Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Ομιλία "Γιάννη Καλπούζου"


Η πόλη στη λογοτεχνία, δώρα και αντίδωρα

(Ομιλία του συγγραφέα Γιάννη Καλπούζου στο πλαίσιο του κύκλου σεμιναρίων πολιτιστικών θεμάτων "Η πόλη στις τέχνες" και ειδικότερα στην ενότητα "Λογοτεχνία: έμπνευση-τρόποι γραφής-ανάγνωση κειμένων", που διοργάνωσε στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων στις 6.2.2014 η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Α΄ Αθήνας)


Σύνολο μεγάλου αριθμού οικημάτων, εκτεταμένος οικισμός, δίνουν ως ορισμό και ερμηνεία του λήμματος "πόλη" τα λεξικά. Όμως όταν λέμε "πόλη", αυτό εννοούμε; Περιοριζόμαστε μόνο στα άψυχα; Σε κτίρια, δρόμους, πλατείες, μαγαζιά κι εν γένει στο γεωφυσικό τοπίο; Ίσως βεβαίως έτσι συμβαίνει, όταν αναφερόμαστε σε ξένες πόλεις, σε άγνωστες, σε όποιες δεν ζήσαμε ή δεν επισκεφτήκαμε και δεν μιλούν στην ψυχή μας. Γιατί η "πόλη" όταν γίνεται "πόλη μας" αποκτά άλλη διάσταση και υπόσταση. Είναι τα οικήματα, είναι όμως και οι άνθρωποι, τα βιώματα, η αύρα και το συγκινησιακό φορτίο που μας γεννά κάθε γωνιά της, οι ατομικές μνήμες και η συλλογική ιστορική μνήμη.

Κάποτε, όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα, μια φίλη μού έλεγε ότι περπατώντας στην Ιπποκράτους συγκινείται. Μου το έλεγε κι εγώ απορούσα. Πώς είναι δυνατόν να σου γεννά συναισθήματα η Ιπποκράτους; Έτσι αναρωτιόμουν και την πείραζα.

Αρκετά χρόνια αργότερα επιχειρώντας να γράψω ένα αστικό μυθιστόρημα, διαπίστωσα πόσο δύσκολο ήταν για μένα. Μεγαλώνοντας σε χωριό, η ψυχή μου ποτίστηκε και ζωγραφίστηκε με τα βιώματα των παιδικών χρόνων. Η πόλη δεν με άγγιζε συναισθηματικά, με αποτέλεσμα να αδυνατώ να την εντάξω αρμονικά και με ζέση στη γραφή μου. Έχοντας κατά νου αυτή τη διαπίστωση και ξεκινώντας να γράψω το "Ιμαρέτ", είχα αρχικά την ιδέα να είναι ένα μυθιστόρημα
που θα εξελίσσεται στην ύπαιθρο. Όμως για να μπορέσω να πλάσω τη μυθιστορία και να γνωρίσω την εποχή του 1854-1882, απαιτήθηκε πολύ μεγάλη έρευνα, σημαντικό μέρος της οποίας αφορούσε την πόλη της Άρτας. Μαθαίνοντας, λοιπόν, τόσα και τόσα για την πόλη της Άρτας, τα οποία πρωτύτερα αγνοούσα, συνέβη η μεταστροφή μέσα μου. Με απόλυτα φυσικό τρόπο, εντελώς αβίαστα, το μυθιστόρημα μετετράπη σε αστικό, καθώς διαδραματίζεται κυρίως εντός της πόλης της Άρτας.

Τι είχε συμβεί; Το πολύ απλό: Μαθαίνοντας, δέθηκα με την πόλη επί της ουσίας κι έγινα κομμάτι της. Δένεται, δηλαδή, κανείς και αγαπά τους τόπους όταν έχει προσωπικά βιώματα από αυτούς αλλά κι όταν γνωρίζει την ιστορία τους και ειδικότερα την ιστορία την οποία γράφουν οι καθημερινοί άνθρωποι που απάνω τους πατούν οι επόμενες γενιές. Αυτοί που αποτελούν το ράμμα, τη συνέχεια της φυλής και του κάθε τόπου ξεχωριστά.

Όμως το αποτέλεσμα της έρευνας και της ενσωμάτωσης ιστορικών στοιχείων της πόλης στο μυθιστόρημα, δεν το εισέπραξα μόνο εγώ ως συγγραφέας. Το εισέπραξαν στη συνέχεια και πολλοί αναγνώστες. Έρχονταν και έρχονται ακόμη πολλοί Αρτινοί και μου λένε: Μας έκανες να αγαπήσουμε την Άρτα. Γιατί; Γιατί έμαθαν μέσα από το "Ιμαρέτ" και με τρόπο παραστατικά δοσμένο, ένα κομμάτι της ιστορίας της. Αυτή είναι και η δύναμη της λογοτεχνίας ανάμεσα σε πολλά άλλα, και μια πτυχή της σχέσης πόλη-λογοτεχνία.

Στο νέο μυθιστόρημά μου, που θα εκδοθεί τον Απρίλιο, ο ήρωάς μου καθώς κινείται στην Αθήνα αναφέρει στοιχεία που αφορούν την πόλη. Για παράδειγμα η Σταδίου το 1850 ήταν ρέμα τρία μέτρα βάθος και κάπου εδώ κι εκεί υπήρχαν μερικά αρχοντικά, ενώ ονομάστηκε Σταδίου γιατί ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε να φτάσει μέχρι το Παναθηναϊκό Στάδιο.

Επίσης όταν ανεβαίνει στον λόφο του Άρεως, στα δυτικά της Ακρόπολης, αναφέρεται στο μυθιστόρημα:

Ο λόφος χρωστά την ονομασία στον θεό Άρη. Εδώ λειτουργούσε η βουλή του Αρείου Πάγου. Εδώ κήρυξε κι ο Απόστολος Παύλος τον χριστιανισμό και φέρεται ως πρώτος προσηλυτισθείς Αθηναίος ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης... Μέσα στην Ακρόπολη ζούσαν τετρακόσιες πενήντα οικογένειες Οθωμανών, εξισλαμισμένοι Έλληνες επί το πλείστον. Ήταν γεμάτος σπίτια ο χώρος... Έφτιαξαν στο κέντρο του Παρθενώνα οι χριστιανοί ναό της Θεοτόκου με εικόνες στους τοίχους του Αγίου Πλάτωνα και άλλων φιλοσόφων· οι Φράγκοι λατινική εκκλησία κι οι μουσουλμάνοι τζαμί. Το δε Ερέχθειο το μετέτρεψαν σε εκκλησία οι Βυζαντινοί, οι Φράγκοι σε ανάκτορο των δουκών, οι Οθωμανοί σε χαρέμι κι ο Γκούρας εγκατέστησε εκεί τη φαμίλια του.

Όλα αυτά τα στοιχεία, όταν βέβαια εντάσσονται λειτουργικά στη μυθοπλασία, μεγεθύνουν την πόλη στον νου του αναγνώστη και της προσδίδουν άλλη εικόνα, η οποία δεν υφίσταται για όποιον δεν τα γνωρίζει.

Γιατί με άλλον τρόπο σεργιανίζεις μέσα ή κάτω από την Ακρόπολη γνωρίζοντας σημαντικό μέρος της ιστορία της και με άλλον όταν περιορίζεσαι σε μια γενική και αόριστη γνώση, την οποία συνήθως χρησιμοποιούμε ως σύνθημα ή ως άλλοθι. Όπως, δηλαδή, όταν μιλούμε για τα τόσο σημαντικά επιτεύγματα των αρχαίων Ελλήνων, χωρίς να εμβαθύνουμε στην ουσία τους.

Γιατί άλλη είναι η αίσθηση όταν γνωρίζεις, για παράδειγμα, ότι κάτω από την πλατεία Κιλκίς στην Άρτα υπήρχε το Οθωμανικό νεκροταφείο, όπως έγραφα στο "Ιμαρέτ", κι εντελώς διαφορετική όταν το αγνοείς.

Γιατί με άλλα συναισθήματα περπατάς στη Σταδίου όταν έχεις κατά νου τους εθελοντές που κατέφταναν από την Κύπρο, τη Μικρά Ασία, τον Καύκασο και άλλα μέρη του κόσμου και παρήλαυναν το 1897, όπως αναφέρω στην "Ουρανόπετρα".

Γιατί με άλλα μάτια θα αντικρίσει κανείς την Κωνσταντινούπολη, αν διαβάσει το "Άγιοι και δαίμονες", όπου αναπαρίστανα την καθημερινή ζωή της Πόλης στα χρόνια 1808-1832.

Η λογοτεχνία εντάσσει την πόλη στη μυθοπλασία ως καμβά, πάνω στον οποίο κινούνται, ζουν και πεθαίνουν, ερωτεύονται και πάσχουν οι ήρωες κάθε βιβλίου. Ωστόσο αυτός ο καμβάς, ανάλογα βεβαίως με τον δημιουργό, λειτουργεί ποικιλοτρόπως για τον συγγραφέα, το κείμενό του και τον αναγνώστη. Συγχρόνως, μέσα από μια αμφίδρομη σχέση, ο δημιουργός ανταποδίδει στην πόλη το δώρο που του προσφέρει με την ιστορία της. Η πόλη τροφοδοτεί τον λογοτέχνη, τον εμπνέει, και ο λογοτέχνης αναπαριστώντας όσα συνθέτουν κατά περίπτωση την πόλη στο διάβα του χρόνου, δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να μάθει και να δεθεί με αυτή. Άρα η ενέργειά του επιστρέφει ως αντίδωρο στην πόλη.

Θα σας αναφέρω κι άλλο ένα παράδειγμα από την τόσο πολύπλοκη και βαθιά σχέση της πόλης με τη λογοτεχνία. Στο νέο μου βιβλίο αναφέρομαι και στο μνημείο των αέρηδων, όπως συνήθως αποκαλείται το ωρολόγιο του Κυρρήστου στην Πλάκα. Αυτό το οκτάπλευρο εξαιρετικό μνημείο επί του οποίου αναπαριστάνονται οι άνεμοι της Αττικής και τα σημεία απ' όπου πνέουν. Ο Έλγιν επιχείρησε να το κλέψει ολόκληρο, όταν καταλήστευε τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Το μνημείο γλίτωσε όταν αντέδρασαν οι Οθωμανοί από τον αντικρινό μεντρεσέ, το ιεροδιδασκαλείο. Τι μπορεί να συμπεράνει κανείς; Πέρα από τις πληροφορίες που παρέχονται για το μνημείο, παρουσιάζεται και μια τόσο διαφορετική εικόνα για τους Οθωμανούς, σε σχέση με την πλατιά διαδεδομένη αντίληψη περί αιμοσταγών και βάρβαρων.

Η πόλη, εν ολίγοις, γίνεται και αφορμή μέσα από τη λογοτεχνία να ανατραπούν ή να επανεξεταστούν διαμορφωμένες στερεότυπες αντιλήψεις για ανθρώπους, ιστορικά πρόσωπα ή ολόκληρους λαούς.

Ένα παρόμοιο παράδειγμα, μεταξύ πολλών άλλων, κατέγραφα και στο "Ιμαρέτ". Ότι οι Οθωμανοί κοίλαιναν τις ταφόπλακες για να συγκρατείται το νερό της βροχής προκειμένου να πίνουν τα πουλιά.

Πώς όμως εμπνέει η πόλη τον λογοτέχνη; Ποια είναι τα μυστικά κλειδιά που ανοίγουν τις πόρτες της; Χωρίς καμιά αμφιβολία, τουλάχιστον κατά την προσωπική μου άποψη, το σημαντικότερο κλειδί ονομάζεται: παρατήρηση.

Επί αυτού θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα από το υπό έκδοση μυθιστόρημά μου:

Έχεις προσέξει ότι όλοι περπατούν χωρίς κανένας να κοιτάζει τι υπάρχει ψηλότερα στα κτίρια; Πόσοι μπορούν να ξεχωρίσουν στην Αθήνα ένα κτίριο με Art Deco αρχιτεκτονική από ένα Bauhaus ή ένα νεοκλασικό;

Αρπάχτηκε από τούτες τις φράσεις, θυμήθηκε και μια ρήση που συνήθιζε να λέει ο μπάρμπα Ιπποκράτης παλιά στο χωριό: Όσο ταχύνεις το βήμα σου, λιγοστεύει ο δρόμος κι η ζωή, τα στοχάστηκε κι έφτιαξε ολόκληρη θεωρία.

Πλέον βάδιζε αργά, στεκόταν για λίγο, συνέχιζε στον ίδιο ρυθμό και ανίχνευε τα ιδιαίτερα και αόρατα στα μάτια των πολλών στοιχεία των ανθρώπων και της Αθήνας.

Παρατηρούσε για παράδειγμα τις κινήσεις, την αρμονία ή τη δυσαρμονία κι όχι μόνο. Κάθε σώμα διέθετε τη δική του κίνηση, όπως κάθε πρόσωπο φέρει ξεχωριστά χαρακτηριστικά.

Παρομοίως ιχνηλατούσε συμπεριφορές, αντιδράσεις, οτιδήποτε πρόσφερε τροφή για στοχασμό και αναλύσεις, ενώ δεν περιοριζόταν μονάχα στα έμψυχα. Περιεργαζόταν και τα άψυχα, τα οποία ωστόσο περιέκλειαν ζωή του παρόντος ή του παρελθόντος. Κοντολογίς κτίρια, καταστήματα, εργαστήρια, δέντρα, κήπους, πλατείες, αγάλματα, λαϊκές αγορές, σοκάκια, μνημεία, εκκλησίες και τόσα άλλα. Προσέτι τις διαφορετικές εικόνες και την αίσθηση που εισέπραττε καθώς εναλλάσσονταν η μέρα με τη νύχτα, οι εποχές και οι καιρικές συνθήκες.

Κάπως έτσι ξεκίνησε τη θεωρία της επιβράδυνσης και κυλώντας ο χρόνος αποκαλυπτόταν ολοένα περισσότερο ο κόσμος που κρυβόταν μέσα στον κόσμο.

Το τελευταίο θεωρώ ότι καταφέρνει, σε σχέση με την πόλη, και η λογοτεχνία. Να ανακαλύψει κανείς τον κόσμο που κρύβεται μέσα στον κόσμο. Την πόλη που κρύβεται μέσα στην πόλη, κάτω και πέρα από το προφανές.

Θα σας δώσω ακόμα ένα παράδειγμα από το ίδιο βιβλίο, όσον αφορά το πώς η πόλη εμπνέει τον συγγραφέα και για τη σχέση "δώρο - αντίδωρο" με τον συγγραφέα.

Στο ύψος της Αγίας Σοφίας στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου και στον πρώτο παράλληλο δρόμο αυτής, υπάρχει το εγκαταλειμμένο αρχοντικό Καλλισπέρη. Κατοικούσαν εκεί ο Γεώργιος και η Σεβαστή Καλλισπέρη. Παιδιά του αγωνιστή του 1821 και πολιτικού Νικόλαου Καλλισπέρη.

Η Σεβαστή Καλλισπέρη. Είχε τελειώσει το 1885 το Παρθεναγωγείο Χιλλ στην Αθήνα κι έδωσε εξετάσεις για ν' αποκτήσει απολυτήριο Γυμνασίου, ώστε ακολούθως να εγγραφεί στο πανεπιστήμιο ως η πρώτη Ελληνίδα φοιτήτρια. Πέτυχε στις εξετάσεις αλλά το υπουργείο παιδείας απέρριψε το αίτημά της. Έφυγε τότε στο Παρίσι και φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, απ' όπου αποφοίτησε το 1891. Επέστρεψε στην Ελλάδα, διορίστηκε καθηγήτρια στο Αρσάκειο κι ύστερα επιθεωρήτρια των δημοτικών σχολείων θηλέων, η πρώτη Ελληνίδα. Ταξίδεψε στην Αμερική, αγωνίστηκε για τα δικαιώματα και την εκπαίδευση των κοριτσιών, έγραψε βιβλία. Εκείνη έκανε την αρχή και το 1890 δέχτηκαν την πρώτη φοιτήτρια στο πανεπιστήμιο, την Ιωάννα Στεφανοπούλου.

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου μου καταλαμβάνει το αρχοντικό Καλλισπέρη κι όταν η σύντροφός του αντιδρά, της λέει μεταξύ άλλων:

Θα συντηρώ και το κτίριο, πολύ δεν τους πέφτει; Η Καλλισπέρη κληροδότησε το αρχοντικό στο Ελληνικό Δημόσιο το 1953 για ν' αξιοποιηθεί ως εκπαιδευτικό ίδρυμα κοριτσιών, πράγμα που ποτέ δεν υλοποιήθηκε. Θα χαιρόταν άμα μπορούσε να ξέρει ότι ζω σπίτι της. Ας ξεκινήσουν εργασίες για σχολείο και φεύγω την ίδια ώρα.

Τα παραπάνω στο μυθιστόρημα διαδραματίζονται το 1985. Ακόμα σήμερα το αρχοντικό Καλλισπέρη παραμένει σε πλήρη εγκατάλειψη. Το γεγονός με παρακίνησε να ασχοληθώ με το κτίριο, το οποίο έκρυβε μια τόσο μεγάλη ιστορία. Το κτίριο με βοήθησε να ξεδιπλώσω τη μυθοπλασία μου, και μέσα από τη μυθοπλασία προσπαθώ να γνωρίσω στους αναγνώστες την Καλλισπέρη και συγχρόνως να στείλω ένα μήνυμα στους υπεύθυνους για την κατάντια του παλιού αρχοντικού. Έχω την ελπίδα ότι κάποιος μπορεί να ενδιαφερθεί, καθώς σκέφτομαι όσα συνέβηκαν στην Άρτα και στο παρατημένο μνημείο Ιμαρέτ. Μετά την επιτυχία του βιβλίου και το ενδιαφέρον των πολιτών κινητοποιήθηκαν οι αρχές, καθάρισαν τον χώρο ώστε να είναι επισκέψιμος και σχεδιάζονται τρόποι αξιοποίησής του.

Κατά συνέπεια δρόμοι, σπίτια, πλατείες κ.λπ. κρύβουν πολλές ανθρώπινες ιστορίες, άγνωστες εν πολλοίς. Ο λογοτέχνης φροντίζει να τις αναδείξει, η πόλη ωφελείται ενδεχομένως, και κυρίως ο αναγνώστης που αποκομίζει γνώσεις, οπλίζεται και μαθαίνει ώστε να αντιμετωπίσει πιο αισιόδοξα και πιο καθαρά το σήμερα.

Θα περάσω τώρα σε μια άλλη διάσταση της σχέσης πόλη - λογοτεχνία. Σας διαβάζω μερικά αποσπάσματα από το μυθιστόρημά μου "Άγιοι και δαίμονες", το οποίο διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη:

Σαν νύχτωνε, ψυχή δεν κυκλοφορούσε στην Πόλη. Μονάχα τα σκυλιά τριγυρνούσαν κατά κοπάδια και πού και πού διάβαινε ο μπεκτσής[1] του μαχαλά χτυπώντας με το ρόπαλο στον δρόμο. Φωτισμός δεν υπήρχε πουθενά κι όποιοι ήταν ανάγκη να βγουν κρατούσαν φανάρια και μπαστούνια για τον φόβο των σκυλιών.

Το ξημέρωμα ξεχυνόταν στους δρόμους το ανθρώπινο μελίσσι και μαζί οι πουλητάδες. Σαλεπιτζήδες, ψωμάδες, σιμιτζήδες, σουτζήδες, (γαλακτοπώλες) και πόσοι άλλοι διαλαλώντας τις πραμάτειες τους με τρανταχτές φωνές, τραγουδιστικά καλέσματα και χωρατά. Τραβούσαν οι άντρες για τις δουλειές τους κι οι γυναίκες άρχιζαν το αλισβερίσι με τους πουλητάδες ή έπιαναν τα σαχνισιά ν’ αγναντεύουν τον κόσμο να διαβαίνει. Ώρες ολάκερες τις έγλεπες να κάθονται ή τις ένιωθες κρυμμένες πίσω από τις κουρτίνες, τις λεγόμενες μανταπολάμ. Θαρρείς και κουράστηκαν τα μάτια του Θεού κι έβαλε τις γυναίκες να του δίνουν χαμπέρι για όσα συμβαίνουν. Δεν ήταν πράμα να γενεί και να μην το δουν δεκάδες βλέμματα σε κάθε σοκάκι. Ύστερα το πιάναν τα στόματα κι όπως επισκεπτόταν η μια την άλληνα μάθαιναν όλων των μαχαλάδων τα μαντάτα, χώρια όσα τους φανέρωναν οι πραγματευτάδες. Τις θωρούσες κλεισμένες στα σαχνισιά και νόμιζες πως τίποτε δεν γνωρίζουν από τον έξω κόσμο. Αμά τούτες ήταν τ’ αμάτι και τ’ αυτί του Θεού, κι ώρες ώρες του Σατανά.

...

Πουρνό πουρνό βγήκα στον δρόμο. Χειμώνας, αγιάζι και βοριάς. Ξεκινούσαν οι άνθρωποι για τις δουλειές τους σφιγμένοι στις πατατούκες, στα τσόχινα πανωφόρια, στα κοντογούνια και στους ντουλαμάδες. Οι σαλεπιτζήδες βρίσκονταν στις γωνιές πολύ πριν απ’ την ανατολή κι έκαμναν χρυσές δουλειές. Οι πλιότεροι περαστικοί σταματούσαν κι έπιναν το ζεστό ρόφημα. Γιομάτοι οι δρόμοι και από πουλητάδες που τριγύριζαν θαρρείς και δεν τους περόνιαζε το κρύο. Φορεμένοι τούτοι με σαλβάρια ή αρβανίτικες φουστανέλες, προβατογούνες, παρδαλά σαρίκια, φαρδιά ζωνάρια, τσαρούχια, μποτίνια κι άλλοι να περπατούν ξυπόλυτοι.

...

 «Γιανκίν!»[2]

«Γιανκίν βαρ!» ακούστηκαν οι φοβερές κραυγές μέσα στη νύχτα θαρρείς κι έκραζε ο ίδιος ο Σατανάς.

Όπως τους τρελούς μάς εσήκωσε ο φόβος απ’ τα στρώματα. Μαζωχτήκαμε στη μεγάλη σάλα και φαίνονταν οι θωριές μας να γυροφέρνουν καθώς φέγγιζε στα παραθύρια η πυρκαγιά. Μεγάλωναν ή λιγόστευαν οι σκιές μας ωσάν ο Σατανάς ν’ ανοιγόκλεινε τα ματόφυλλα και μια άφηνε να διαβεί το φως και μια το μάζευε.

«Πόθεν το κακό;» ρώτησε αλαφιασμένη η μάνα μου κι ο πατέρας άνοιξε το παραθύρι.

«Φωτιά!», «Πυρκαγιά!», «Θε μου!», «Παναΐα μου!» όρμησαν στην κάμαρα οι φωνές απ’ τον δρόμο.

Και μαζί τρεχαλητά, κραυγές, κρότοι τυμπάνων απ’ το Γιανκίν κουλεσί,[3] ουρλιαχτά σκυλιών, οχλοβοή και βουητό ανέμου που τον θέριευε η φωτιά. Λόγια ρωμαίικα, τούρκικα κι αρμένικα έσμιγαν και τίποτες δεν είχαν πια να χωρίσουν οι άνθρωποι που γινήκαν ποτάμι στα σοκάκια.

«Πάρετε ό,τι ημπορείτε και πάμε!» έκραξε ο πατέρας και ριχτήκαμε να συνάζουμε.

Ανταριασμένοι γιομίζαμε τα χαράρια[4] με ρούχα, στρωσίδια, μπακίρια, στρώματα και μικροπράγματα. Φορτώθηκε ο πατέρας ένα σεντούκι, εμείς τα χαράρια και τα βγάλαμε στην αυλή. Επήγαμε κι ήρθαμε άλλες δυο τρεις φορές συνάζοντας ό,τι γινόταν να κουβαληθεί κι εβγήκαμε κατόπιν οι σερνικοί στο σοκάκι. Μυρμηγκιά κόσμου με φωνές, κλάματα, προσευχές και σπρωξίματα τραβούσαν κατά τη θάλασσα. Κατέφτανε και κύμα μουσουλμάνων μέσα απ’ τα τείχη.

Οι φλόγες ξεπετάγονταν από παντού, τύλιγαν τα ξύλινα σπίτια και τριζοβολούσαν, λαμπάδιαζαν κυπαρίσσια και πλατάνια κι έπεφταν τριγύρω μας βροχή στάχτες κι αποκαΐδια. Τα μπουλούκια των χαμάληδων παζάρευαν κιόλας με τους παραζαλισμένους κατοίκους. Αρμένηδες οι περσότεροι με θεόρατες πλάτες και λιγνά ποδάρια. Έκαμε συμφωνία ο πατέρας με τέσσερις πέντε κι έπιασαν να δένουν με ζωνάρια τα υπάρχοντά μας.

Μπροστά οι χαμάληδες κι οπίσω τους εμείς χωθήκαμε αναμεσίς στην κατεβασιά του κόσμου. Από τους τουρκομαχαλάδες έρχονταν μιλιούνια. Τα Γιαγκίν ντουβάρ, οι πέτρινοι τοίχοι οπού όρθωναν εδώ κι εκεί, δεν έκοψαν τη μάνητα της πυρκαγιάς κι οι φλόγες χύνονταν στον κατήφορο. Κυνηγημένοι οι άνθρωποι έφευγαν κατά τον Κεράτιο. Φορτωμένοι κασέλες, μπόγους, γυαλικά, τεντζερέδες, στρώματα κι ό,τι ημπορούσαν να κουβαλήσουν από το βιός τους. Αγριεμένοι, αναμαλλιασμένοι, μες στην αγωνία και στον ιδρώτα κι άλλοι καψαλισμένοι, ματωμένοι, με σκισμένα ρούχα και καψίματα. Μουσουλμάνες να φυλάγονται μην ξεσκεπαστούν τα μούτρα τους· Ρωμιές μονάχα με τις καμιζόλες· μανάδες με βρέφη στην αγκάλη τους ή παιδιά γαντζωμένα στα φορέματά τους· γέροι με τις σομπανίκες·[5] άντρες ξεσκούφωτοι, μ’ ένα παπούτσι ή ξυπόλυτοι· και πολλοί να κουβαλούν στις πλάτες λαβωμένους, ανήμπορους και μισοκαμένους που ούρλιαζαν απ’ τους πόνους.

...

Σε ολίγο φάνηκαν οι επίτροποι των εκκλησιών και ομάδες απ’ όλα τα ρουφέτια.[6] Πακάληδες, κασάπηδες, ψωμάδες, γουναράδες και δεκάδες άλλοι. Φρόντισαν πρώτα να συνάξουν τους νεκρούς σκάβοντας με σκαπάνια στ’ αποκαΐδια. Αράδιασαν σε σειρές τα καρβουνιασμένα κουφάρια και καλούσαν τους συγγενείς να τ’ αναγνωρίσουν. Θρήνοι και σπαραγμοί ξεσπούσαν κάθε που κάποιοι αναγνώριζαν τους ιδικούς τους. Μονάχα στον μαχαλά μας είχαμε δέκα νεκρούς.

...

Μέσα από τα τείχη του κάστρου άρχιζαν οι τουρκομαχαλάδες. Διαβήκαμε την Τζουμπαλί καπού και τρόμαξαν τα μάτια μας. Στάχτες κι αποκαΐδια τα σπίτια και τ’ αρχοντικά, και στα σοκάκια μισοκαμένα ερμάρια, μιντέρια, ρούχα, στρώματα και απομεινάρια οπού δεν γνωρίζονταν τι σόι πράματα ήταν. Έστεκαν ορθοί και κάμποσοι κορμοί κυπαρισσιών αλλά ολόμαυροι, δίχως ζωή.

Οι μουτεβελήδες[7] των τζαμιών και τα ρουφέτια των μουσουλμάνων βοηθούσαν και παραστέκονταν στους ομόθρησκούς τους. Αμά πουθενά δεν άκουγες θρήνους και κλάματα. Άλλοι άνθρωποι οι Οθωμανοί. Τέτοια θεομηνία, τέτοια καταστροφή και λαλούσαν: «Σιουκιούρ Αλλάχ».[8] Κι άμα τους ερωτούσες τι θα κάμουν σου αποκρίνονταν: «Αλλάχ κερίμ».[9] Κι είχαν πολύ περσότερους νεκρούς καθώς πολλές μουσουλμάνες δεν βγήκαν στον δρόμο απ’ τον φόβο των αντρών και κάηκαν. Έφταιγε για τούτο που ήσαν μόνιμα κλεισμένες στα σπίτια και γιατί ακούγονταν για βιασμούς στις πυρκαγιές από τους γενίτσαρους κι άλλους που πήγαιναν να τις σώσουν.

...

Ένα μπουλούκι γενίτσαρων ξεφόρτωνε από μουλάρια, γαϊδούρια και καμήλες ξύλινα κοντάρια κι έστηναν κωνοειδή τσαντίρια. Στράφηκαν δυο τρεις και μας κοιτάζανε παραξενευμένοι. Και τούτο γιατί στους τουρκομαχαλάδες δεν πατούσαν το ποδάρι τους οι Ρωμιοί. Βιάσαμε το βήμα μας. Ο τσελεμπί Χαϊντάρ καθόταν σταυροπόδι πλάι στις στάχτες του σπιτιού του, κρατούσε ένα μπρίκι κι έψηνε απά στα κάρβουνα καφέ. Οι γυναίκες οπού ’ταν μαζί του μόλις μας είδαν χάθηκαν οπίσω από ’να πρόχειρο τσαντίρι.

«Μέρχαμπα!» χαιρέτησε ο πάππος.

«Χος γκελντίν!» τον καλωσόρισε κι ανακάτωνε τον καφέ.

«Ψήνεις καφέ, τσελεμπί Χαϊντάρ;» είπε στα τούρκικα ο πάππος μου δίχως να κρύβει και κείνος το ξάφνιασμά του.

«Και τι να κάμω; Να κλαίγω τη μοίρα μου; Τρίτη φορά καίγεται το σπίτι μου. Κι αν σκούζω θ’ αλλάξει τίποτες; Έτσι ήταν το θέλημά Του. Αν ο Θεός θέλει να καταστραφεί ό,τι έχω, πάλι δεν θα βαρυγκομώ. Κείνος ξεύρει καλύτερα και φροντίζει για κάθε πλάσμα Του» αποκρίθηκε ο Χαϊντάρ.

Αναπαριστάνονται μέσα από όσα σας διάβασα, και με αφορμή πάντα την πόλη, η καθημερινή ζωή, οι φυλές, οι συνθήκες που επικρατούσαν το βράδυ ή το πρωί, οι φορεσιές, τα σαχνισιά (κλειστοί υπερυψωμένοι εξώστες με παράθυρα στις τρεις πλευρές και κουρτίνες) παρέχοντας την ευκαιρία στον συγγραφέα να μιλήσει για τον εγκλεισμό των γυναικών κατ' οίκον. Αποκαλύπτονται νοοτροπίες, η τόσο διαφορετική αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πυρκαγιάς από τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους, η επίδραση της πίστης επί αυτού, το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί ζούσαν σε χωριστές συνοικίες, ότι τα σπίτια ήταν όλα ξύλινα και πόσα άλλα.

Βεβαίως όλα τα εν λόγω στοιχεία, και πολύ περισσότερα στο βιβλίο, βοηθούν τον αναγνώστη να μεταφερθεί σε μια παλιότερη εποχή, να μάθει τον τρόπο ζωής και σκέψης των ανθρώπων, με σκοπό να ζήσει παραστατικά τη μυθοπλασία, αλλά και να κρίνει πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, αποφάσεις και αντιδράσεις με βάση τα μέτρα και τα σταθμά που ίσχυαν τότε κι όχι με τον τρόπο που σκεπτόμαστε σήμερα.

Θα σας διαβάσω κι ένα τελευταίο απόσπασμα από την "Ουρανόπετρα", όταν ο κεντρικός μου ήρωας μπαίνει με τον ελληνικό στρατό στα Γιάννενα το 1913 και γυρίζουν με τα στρατιωτικά περίπολα στην πόλη:

Περιπολούσαν στις είκοσι δύο συνοικίες της πόλης, όπου στις πλιότερες κατοικούσαν ανάμεικτα χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Ξεχωριστές ήταν οι δυο εβραϊκές συνοικίες κι εντός του κάστρου κατοικούσαν μονάχα Οθωμανοί κι Εβραίοι, καθώς εκδιώχθηκαν οι Έλληνες από την εποχή της επανάστασης του Διονυσίου Σκυλοσόφου το 1611. Όσο για τον πληθυσμό: είκοσι δύο χιλιάδες Έλληνες, πέντε χιλιάδες Οθωμανοί και τρεις χιλιάδες Εβραίοι. Άπαντες ελληνόφωνοι, οι πλείστοι των Οθωμανών εξισλαμισμένοι και με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ενώ πολλά αγόρια τους σπούδαζαν στη Ζωσιμαία Σχολή. Χαρακτηριστικό δείγμα τού από παλαιότερα μορφωτικού επιπέδου των γιαννιωτών μουσουλμάνων ήταν και το γεγονός ότι πρώτος ο χότζας Εσάτ εφέντης μετέφρασε τον δέκατο όγδοο αιώνα τον Αριστοτέλη στα οθωμανικά.

Γύριζαν στα καλντερίμια· στους μαχαλάδες με τις οκτώ εκκλησίες, τα δεκαοκτώ τζαμιά, τις δυο συναγωγές και τους μεγάλους κήπους των σπιτιών κ.λπ.

Από αυτό το μικρό απόσπασμα, μιας και στα βιβλία μου χρησιμοποιώ την πολυεπίπεδη γραφή η οποία επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις, συνάγονται ποικίλα συμπεράσματα, πέρα από τα προφανή στοιχεία για την πόλη. Σας αναφέρω μερικά. Αναμφίβολα οι διαφορετικές φυλές συνυπάρχουν, δεδομένου ότι λειτουργούν εκκλησίες, τζαμιά, συναγωγές και σχολεία και οι κάτοικοι ζουν ανάμεικτα στις συνοικίες. Όμως υπάρχουν και οι ξεχωριστές συνοικίες και διαφαίνεται έτσι πόσο διήρκησε μέσα στον χρόνο μέρος των αντιποίνων που έλαβαν οι Οθωμανοί εις βάρος των Ελλήνων μετά την επανάσταση του Διονυσίου Σκυλοσόφου. Έτερο συμπέρασμα εξάγεται από τη διαπίστωση ότι Οθωμανοί σπούδαζαν στη Ζωσιμαία Ακαδημία. Σαφέστατα, δηλαδή, αποδέχονταν την ανωτερότητα των ελληνικών σχολείων και φυσικά δεν εναντιώνονταν στη λειτουργία τους. Εξάλλου το γεγονός ότι ο Εσάτ εφέντης μετέφρασε τον 18ο αιώνα τον Αριστοτέλη στα οθωμανικά, καταδεικνύει μια άλλη διάσταση της προσωπικότητας του ανθρώπου-Οθωμανού.

Πέρα από αυτά προκύπτει με σαφήνεια ότι η οθωμανική εξουσία είναι παρούσα. Πώς; 22.000 Έλληνες, αναφέρεται, 8 εκκλησίες. 5.000 Οθωμανοί, 18 τζαμιά. Η δυσαναλογία είναι ολοφάνερη. Οι Οθωμανοί, όπως κάθε κατακτητής, επιχειρούν να επιβληθούν και να καταδείξουν ποιος έχει το πάνω χέρι μέσα από το πλήθος των τζαμιών. Άλλωστε γι' αυτό έκτιζαν στην Κωνσταντινούπολη και σε τόσα άλλα μέρη τεράστια σε μέγεθος τεμένη. Αφενός για να προκαλούν δέος στους υπηκόους και ιδιαίτερα στους ραγιάδες, αφετέρου για να δηλώνουν απερίφραστα και με εντυπωσιακό τρόπο ποιος κατέχει την εξουσία. Βεβαίως στο ίδιο αποτέλεσμα αποσκοπούσαν και τα παλάτια των ανά τον κόσμο βασιλέων και αυτοκρατόρων. Τόσο προς τον λαό, όσο και προς τους ξένους βασιλείς και ηγέτες που τους επισκέπτονταν, καθώς ο πλούτος δήλωνε και επαύξανε την ισχύ τους. Τοιουτοτρόπως λειτουργούσαν ανέκαθεν οι κάθε λογής εξουσίες - πολιτικές, θρησκευτικές, οικονομικές - και ενέτασσαν στις μεθόδους επιβολής της ισχύος τους και τις πόλεις με τις όποιες παρεμβάσεις σε κτίσματα, πλατείες, αγάλματα κ.λπ.

Ωστόσο από το εν λόγω απόσπασμα συνάγεται κι ένα ακόμα συμπέρασμα, αν και δυσδιάκριτο. Άπαντες, αναφέρει, ελληνόφωνοι. Έλληνες και Οθωμανοί, δηλαδή, μιλούσαν μόνο ελληνικά, πλην εξαιρέσεων. Γιατί; Είναι δυνατόν μια τόσο μεγάλη κοινότητα 5.000 ανθρώπων να χάσει τη γλώσσα της; Όχι βεβαίως. Την απάντηση τη δίνει εν μέρει το ίδιο το απόσπασμα. Οι πλείστοι των Οθωμανών εξισλαμισμένοι. Όντως, γιατί προέρχονταν από τους λεγόμενους χριστιανούς σπαχήδες (ιππείς), για τους οποίους έχω αναφερθεί στο "Ιμαρέτ". Κοντολογίς η ιστορία τους έχει ως εξής: Οι χριστιανοί σπαχήδες αποτελούσαν τη συνέχεια των τιμαριούχων του βυζαντίου. Κατείχαν μια μικρή σχετικά έκταση γης και η μόνη υποχρέωσή τους ήταν να εκστρατεύουν υπέρ του βυζαντινού αυτοκράτορα όποτε τους καλούσε και ακολούθως υπέρ του σουλτάνου. Οι ηπειρώτες χριστιανοί σπαχήδες είχαν ως έμβλημα στη σημαία τους τον Άγιο Γεώργιο και επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δικαιούνταν να την υψώνουν μέχρι την οροσειρά της Πίνδου. Όταν διεξάγονταν οι οθωμανο-περσικοί πόλεμοι στα 1620-1650, οι Οθωμανοί έχαναν τη μια μάχη μετά την άλλη. Κάλεσαν τότε τους ηπειρώτες χριστιανούς σπαχήδες, 15.000 άντρες, οι οποίοι κέρδισαν τον πόλεμο και απέκτησαν τεράστια φήμη. Αποτέλεσμα ήταν να θορυβηθεί η οθωμανική εξουσία και να αποφασίσει στο εξής να μην υπάρχει κανένας χριστιανός σπαχής. Συνεπώς, εάν οι χριστιανοί σπαχήδες ήθελαν να κρατήσουν τα προνόμιά τους, ήσαν υποχρεωμένοι ν' απαρνηθούν την πίστη τους. Οι πλείστοι αρχηγοί των οικογενειών των ηπειρωτών σπαχήδων δέχτηκαν να εξισλαμισθούν με σκοπό να ζήσουν ως κρυπτοχριστιανοί, όμως στο διάβα του χρόνου αποκόπηκαν πλήρως από τον χριστιανισμό, όχι όμως και από την ελληνική γλώσσα. Γι' αυτό και οι μουσουλμάνοι της Ηπείρου στην συντριπτική τους πλειονότητα μιλούσαν ελληνικά και δεν γνώριζαν παρά ελάχιστες λέξεις της τουρκικής γλώσσας. Όπως άλλωστε και οι μουσουλμάνοι της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου και της Κρήτης, αφού οι όποιοι εποικισμοί Οθωμανών σ' αυτές τις περιοχές, κι όχι μόνο, είχαν περιορισμένο χαρακτήρα κι όλοι σχεδόν οι λεγόμενοι Οθωμανοί προέρχονταν από εξισλαμισμούς.

Όλα όσα προανέφερα και πολλά άλλα, γεννήθηκαν με αφορμή την πόλη ή παρουσιάζονται στο βιβλίο μέσω αυτής. Βεβαίως απαιτείται από τους αναγνώστες να διαθέτουν αναλυτική και συνδυαστική σκέψη, προκειμένου να τα εντοπίσουν και να πραγματοποιήσουν τους απαραίτητους συνειρμούς. Γιατί πέρα από καλούς συγγραφείς έχουμε ανάγκη και από καλούς αναγνώστες. Άλλωστε η ανάγνωση είναι μια πράξη απέναντι σε μια άλλη, αυτή του συγγραφέα, και απαιτεί συμμετοχή και συνοδοιπόρους. Προσωπικά πιστεύω ότι αν ο συγγραφέας γράφει ένα βιβλίο, στη συνέχεια γεννιούνται τόσα όσα και οι αναγνώστες του. Κινητοποιώντας κάθε αναγνώστης τη δική του σκέψη, συναισθηματικό κόσμο, φαντασία και τις δικές του προσλαμβάνουσες διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο.

Εν κατακλείδι κάθε πόλη περικλείει, πέρα από τα μεγάλα γεγονότα, και τις ιστορίες των στρατιών των ανθρώπων που έζησαν σ' αυτή και αναμένει να τις ανακαλύψουμε. Να ψηλαφίσουμε τον κόσμο που κρύβεται μέσα στον κόσμο και κάτω από το προφανές, στις φωτοσκιάσεις του χρόνου και της επίσημης ιστορίας. Στη λογοτεχνία ανήκει μόνο ένα μικρό κομμάτι αυτής της προσπάθειας και το επιχειρεί πότε ως υπόστρωμα της μυθοπλασίας και πότε ανοίγοντας μικρές ρωγμές στη μυθιστορηματική πλοκή.

Άλλωστε μαθαίνοντας και βιώνοντας μέσα από τη λογοτεχνία, αλλά και τη φωτογραφία, την αρχιτεκτονική, την ιστορία, τη μουσική, μέσα από κάθε μορφή τέχνης και επιστήμης όσα συνθέτουν το ψηφιδωτό κάθε πόλης ανά τους αιώνες, ζούμε πολλές ζωές και συνάμα της δίνουμε ζωή. Μετατρέπεται έτσι από σύνολο μεγάλου αριθμού οικημάτων, κατά τον αναγκαστικό ορισμό των λεξικών, σε πόλη μας, με ό,τι αυτό σηματοδοτεί και ως προς την κατεύθυνση της φροντίδας και του σεβασμού που της οφείλουμε.

Τέλος, μιας και απευθύνομαι σε εκπαιδευτικούς και το σεμινάριο έχει ρόλο εκπαιδευτικό, εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να προτείνω την οργάνωση περιπάτων σε μικρές ομάδες μαθητών εντός των πόλεων, κατά τους οποίους οι καθηγητές θα εξηγούν την ιστορία των κτιρίων, των δρόμων, των πλατειών, των μνημείων και την εν γένει τοπική ιστορία. Θα μπορούσαν να συνδυαστούν και με τη μελέτη ενός λογοτεχνικού έργου, στο οποίο αναπαριστάνονται στιγμές της καθημερινής ζωής άλλων εποχών, ώστε να βιώσουν με παραστατικό τρόπο τον περίπατό τους.

Επίσης σας προτείνω να συμβουλεύετε τους μαθητές να συζητούν με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, τη ζωντανή κοντινή κοινωνική μας ιστορία. Είναι κινητές βιβλιοθήκες, ακόμα κι όταν δεν το ξέρουν.

Γιάννης Καλπούζος




[1] Φύλακας

[2] Γιανκίν, Γιανκίν βαρ: φωτιά, υπάρχει φωτιά

[3] Πύργος εποπτείας πυρκαγιών

[4] Μεγάλα δερμάτινα σακιά που τα χρησιμοποιούσαν στις πυρκαγιές για να μεταφέρουν την οικοσκευή.

[5] Μπαστούνια, μαγκούρες

[6] Επαγγελματικές συντεχνίες

[7] Διαχειριστές

[8] Ευχαριστώ τον Θεό.

[9] Έχει ο Θεός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: