Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Το αντιλάλημα της Αρτας



Να η Άρτα πώς χορεύει στεφανωμένη με ιστορία στην αγκαλιά του Άραχθου, πατώντας στον Αμβρακικό και κρατώντας της τα χέρια τα Τζουμέρκα και τα Ροδοβύζια.
Σαράντα πέντε μάστοροι κτίζουν μύθους στο γεφύρι και μολογούν το αντιλάλημα της Άρτας στους αιώνες, ακολουθώντας βήματα ανάκατα αφότου ο Άμβρακας φύτεψε τ’ όνομά του σε τούτη τη γης, μα κι οι Πελασγοί, οι Μολοσσοί, οι Αθαμάνες, οι Περαιβοί και πόσοι άλλοι.
Ωσάν ανεμοστρόβιλος φέρνει η ιστορία ονόματα: Πύρρος, Κομνηνός, Θεοδώρα, Δηιδάμεια. Να
κι ο Μάρκος Φούλβιος να φεύγει απ’ την Αμβρακία με χίλια τόσα αγάλματα για τη Ρώμη, να ο Αλάριχος που ‘ρχεται απ’ τα βουνά και Σαρακηνοί απ’ το πέλαγος, να κι ο Μακρυγιάννης με το γιαταγάνι κι ο Νικόλαος Σκουφάς να τραβά στην Κασσοπίτρα να μάθει τα πρώτα γράμματα.
Εδώ το 232 π. Χ. απέκτησαν δημοκρατικό πολίτευμα, εδώ η πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, εδώ έχτιζε σχολειά ο Μανολάκης το 1662, από δω ο Μάξιμος Γραικός πήρε το δρόμο για το Άγιο Όρος κι ύστερα για τη Ρωσία. Να κι ο Γεργανός, ο Περάνθης, ο Λάγιος, ο Μόραλης, ο Δημόπουλος, ο Τσούτσινος, ο Καρατζένης, ο Βαφιάς κι όλων των χρόνων τα γλυκά αποστάγματα. Μα παραδίπλα στέκονται κι οι αιματοβαμμένοι ο Αλή Πασάς, ο Λιμπεράκης Γερακάρης κι οι Γερμανοί που μακέλεψαν το Κομμένο και βομβάρδισαν την πόλη και τα χωριά. Και να άλλες βρύσες αίματος, ηρωικού, στην Άρτα και  στο Πέτα που σώπασε το τραγούδι των φιλελλήνων το 1822, στο Δημαριό και στο Κλειδί το 1854, στο Γρίμποβο το 1897 και το 1912 και πόσους άλλους τόπους. Να κι οι Σουλιώτισσες που γκρεμίστηκαν στην Μονή Σέλτσου το 1804.
Ασύχαστος τόπος. Να οι πρόσφυγες της Μικρά Ασίας καταφτάνουν το 1923, να οι Πόντιοι το 1960. Να οι Εβραίοι που σέρνονται στα κρεματόρια της Γερμανίας. Κι απ’ τη Γερμανία να μην γλιτώνεις. Εργάτης να φεύγεις το 1960, φωτογραφίες με μαύρα γυαλιά να στέλνεις στους δικούς σου και να πισωπατάς στο χρόνο, στο 1881 να φτάνεις στα χρόνια της απελευθέρωσης, τότε που βυζί μητριάς πατρίδας βύζαξαν οι κολίγοι. Κι όλο ελπίδα να τάζει η Παναγία της Ροδιάς, των Μελατών κι η Κάτω Παναγιά, μα και των Βυζαντινών οι θαυμαστές κόρες η Παρηγορήτρια, η Αγία Θεοδώρα, η Παναγία της Βλαχέρνας, η Κόκκινη Εκκλησιά. Όλες γένους θηλυκού, της τρυφερότητας και της απαντοχής, μα οι γυναίκες για αιώνες ζωή διάβαιναν και ζωή δεν θωρούσαν.
Να η Άρτα! Ράχες, βουνά και κάμπος. Ρέματα, παραπόταμοι κι ο μέγας Άραχθος. Με ιστιοφόρα όνειρα στον Αμβρακικό αντάμα με τσικνιάδες και πελεκάνους· με κρούσταλλα να κρέμονται το χειμώνα στους γκρεμούς· με μωβ φωτιές τις κουτσουπιές την άνοιξη· μ’ αποστρατευμένα φύλλα το φθινόπωρο όλο κατανυκτικά χρώματα· και με τις πορτοκαλιές και τις λεμονιές πράσινες αειθαλείς νύφες.
Εδώ το ψωμί στην γάστρα, τα πλατώματα του κάστρου όπου τόσα μάτια δέθηκαν, τα φεγγαρομπαλώματα στους πισινούς, η λούρα κι η φοβέρα του δάσκαλου. Στο φως της λάμπας πετρελαίου να διαβάζεις, με το καυσόξυλο παραμάσχαλα να κινάς για το σχολειό, να σπρώχνεις το λεωφορείο να βγει την ανηφόρα με τις λάσπες το 1970  κι άλλοτε ν’ αφήνεσαι στον γλυκασμό της ανατολής στο Ραδοβύζι και της ωσάν χρυσάνθεμο δύσης στο Ξηροβούνι.
Εδώ σε κυκλικούς χορούς, σαν το ‘χουν οι ηπειρώτες, να σου τραβά τα πόδια ο θάνατος κι ο ουρανός τα χέρια και με τσίπουρο αψύ να θεριεύουν τα όνειρα· παρέκει καντάδες ν’ ακούγονται στο ξημέρωμα του εικοστού αιώνα· ιμάμηδες σε ήχους βυζαντινούς να ψέλνουν στο Ιμαρέτ· το κλαρίνο με μελίσματα της χαρμολύπης να στεφανώνει τα Τζουμέρκα· κι αλλού του Σοφοκλή τα οράματα ν’ ανοίγονται στ’ αμφιθέατρα κι ως σήμερα ψάλτες και παπάδες μες τις εκκλησιές ν’ ανταπαντούν σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας.
Και ξάφνου βρέχει και μπουμπουνίζει και μούσκεμα φτάνεις περπατητός στην Άρτα του 1960 και πίσω καρτερούν καλούδια τα παιδιά και μολογήματα της πόλης. Μα πλιο ερήμωσαν τα χωριά και παιδιά δεν καρτερούν. Μονάχα τα μάτια των γερόντων αναθεματίζουν το δρόμο π’ άρπαξε την σπορά τους.
Αλλά έχει γυρίσματα ο χρόνος. Πήραν μιλιούνια με το ζόρι οι Ρωμαίοι να εποικίσουν την Νικόπολη και νέκρωσε για 6-7 αιώνες η Αμβρακία. Μα πάλι ορθώθηκε, ως Άρτα. Γιατί  μια γειτονιά είναι ο χρόνος κι αυτός που πέρασε κι ο τωρινός κι αυτός που θα ‘ρθει. Να, όπως ο πετροπόλεμος των Αμβρακιωτών· ο πετροπόλεμος επί Οθωμανών· μα και μετέπειτα γειτονιά με γειτονιά· και να ‘τος σήμερα στα Ιντερνέτ Καφέ και στις οθόνες μέσα, στη γειτονιά του κόσμου και του χρόνου. Να, όπως φεύγεις πιωμένος απ’ τα συμπόσια το 200 π. Χ. ή απ’ τα Καφέ Αμάν και τα Καφέ Σαντάν του 19ου και του 20ου αιώνα κι απ’ το περίπτερο «Κρυστάλλης» το 1980. Μα και μεθυσμένος, άλλως πώς, απ’ του Κρυστάλλη το ποίημα που με τες φτερούγες του σταυραητού σε πάει τ’ αψήλου.
Γιατί όλοι μια μεταλαβιά του χρόνου είμαστε και της μνήμης. Ένας κόκκος άμμου στην Κορωνησία, μια βελόνα έλατου στο Βουργαρέλι, μια καλαμιά στα διβάρια της Βίγλας, ένα κούμαρο στο Δίστρατο, μια χιονονιφάδα στα Θεοδώριανα, ένα θρόισμα στην Σκουληκαριά, μια πυγολαμπίδα στο Κομπότι ή στην Καλεντίνη, ένα αναδίπλωμα του νερού στα Άγναντα, ένα χαμόγελο που σε καρτερεί στην Άρτα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: