Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη Γιούλη Τσακάλου

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ "ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ" ΚΑΙ ΣΤΗ ΓΙΟΥΛΗ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Βρέθηκε στην μικρή λίστα των έξι ποιητών που προτάθηκαν για το κρατικό βραβείο Ποίησης το 2008.
Έχει πάρει το βραβείο Αναγνωστών το 2009 με το βιβλίο του Ιμαρέτ.
Το βιβλίο του Ιμαρέτ μεταφράζεται στα Τουρκικά και στα Ιταλικά, ενώ κατά κοινή ομολογία αποτελεί το πιο πλήρες μυθιστόρημα της τελευταίας δεκαετίας!
Και συνεχίζει με το επόμενο βιβλίο του Άγιοι και Δαίμονες που ακολουθεί την ίδια πορεία!
Ο Γιάννης Καλπούζος είναι ο εντεταλμένος Συγγραφέας, με σκοπό να μας καταπλήξει!



Κύριε Καλπούζο καλή σας μέρα! Είναι τιμή μου η συμμετοχή σας στην Ομάδα ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ, στην οποία είμαι διαχειρίστρια, και σας ευχαριστώ για την καλή σας διάθεση να απαντήσετε στις ερωτήσεις μου που κύριο σκοπό έχουν να σας γνωρίσουν τα μέλη αυτής της ομάδας καλύτερα.

Είστε νέος στην ηλικία αλλά με μια πολύ δημιουργική πέννα. Έχετε βραβεία και γνωρίζω καλά το πόσο σας εκτιμούν οι Αναγνώστες αλλά κυρίως το πόσο σας παραδέχονται οι ομότεχνοί σας συγγραφείς. Ότι γράφετε οι Αναγνώστες το


διαβάσουν "απνευστί" και περιμένουν το επόμενο. Τι σας ώθησε να αφήσετε την σκέψη σας, την φαντασία σας αλλά σαφώς τις γνώσεις σας να "τακτοποιηθούν" σε ένα βιβλίο; Στο πρώτο σας βιβλίο;
Αν τα πενήντα δύο χρόνια της ζήσης μου με κατατάσσουν ακόμα στους νέους, αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν ξεκίνησα να γράφω από μικρή ηλικία, οπότε η τοποθέτησή σας εύστοχα αντανακλάται στον χρόνο του συγγραφικού μου βίου. Όσο για το ερώτημά σας με έχει απασχολήσει πολλές φορές και η απάντηση δεν είναι εύκολη. Η αγάπη μου για τη γλώσσα και η επιθυμία μου ν’ ακουστεί και η δική μου φωνή ήταν το πρώτο κίνητρο. Ακολούθησαν οι παρακινήσεις φίλων και κοντινών μου ανθρώπων, τις οποίες εισέπραξα ως δημιουργική πρόκληση. Όμως πολλές φορές τα της ψυχής των ανθρώπων είναι ανεξερεύνητα και γι’ αυτό κάποτε συμπύκνωσα και μια άλλη διάσταση ως προς το ξεκίνημα και την περεταίρω πορεία των λογοτεχνών, σε ένα ποίημά μου. «Όλοι ξεκινούν για τη δόξα. Στο δρόμο κάποιοι γίνονται ποιητές». Η ελπίδα μου είναι οι αναγνώστες να με κατατάξουν στο δεύτερο σκέλος του ποιήματος.

Όταν ένας Συγγραφέας γράψει ένα βιβλίο όπως εσείς το ΙΜΑΡΕΤ και έρθει η καταξίωση από όλους, πόσο "βάρος" προσθέτει στην μετέπειτα συγγραφική πορεία; Νοιώθει ίσως κάποια ευθύνη απέναντι στο Αναγνωστικό κοινό;
Εξέλαβα την επιτυχία ως αφορμή και κίνητρο να εργαστώ ακόμη πιο σκληρά για να μην φανώ κατώτερος των προσδοκιών που δημιούργησε το Ιμαρέτ στους αναγνώστες. Η ευθύνη υπάρχει ούτως ή άλλως. Πώς την κατανοεί βέβαια ο καθένας είναι άλλο ζήτημα. Συνάμα η επιτυχία του Ιμαρέτ απελευθέρωσε το σύνολο των πνευματικών δυνάμεών μου, ή σχεδόν το σύνολο, δεδομένου ότι ένα μέρος τους εγκλωβίζεται, αφού κανένας δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστος από το ιδιωτικό και το γενικότερο γίγνεσθαι.

Το βιβλίο σας Άγιοι και δαίμονες με υπότιτλο Εις ταν Πόλιν διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη, τι είναι αυτό που σας ώθησε να γράψετε για αυτήν την πόλη αλλά κυρίως για αυτή την χρονική περίοδο; Και μάλιστα όταν τα περισσότερα βιβλία που κυκλοφορούν δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν και επομένως να καταγράψουν τα ήθη, την γλώσσα, να πάρουν αλλά και να δώσουν την "μυρωδιά" της;
Να σημειώσω ότι η περίοδος 1808-1831 με κέντρο την Κωνσταντινούπολη είναι η πρώτη φορά που αποδίδεται μυθοπλαστικά. Όλα τα μυθιστορήματα που αναφέρονται στην Πόλη εξελίσσονται σε προγενέστερους ή μεταγενέστερους χρόνους.
Η τόσο ενδιαφέρουσα και άγνωστη εποχή και η δυνατότητα που μου προσέφερε αφενός να αναμετρηθώ με το τρίπτυχο πόθος, φόβος, όχλος και αφετέρου για μια διαφορετική αποτίμηση των ιστορικών περιπετειών και γεγονότων που σχετίζονται με την προεπαναστατική και την μεταεπαναστατική περίοδο του 1821 με οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου και στην Κωνσταντινούπολη, η οποία ήταν το κέντρο των εξελίξεων επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η πολυπληθέστερη πόλη ακόμη και για τους Ρωμιούς, καθώς και το κέντρο του ελληνισμού για αιώνες.
Πριν ασχοληθείτε και γράψετε αυτό το 2ο βιβλίο σας είχατε κάνει έρευνα είχατε πάει στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είναι τόσο σωστά δομημένο αλλά και αληθές, που εγώ προσωπικά πιστεύω πως έχετε αφιερώσει χρόνο πολύ αλλά και χρήματα για να έχετε την "απόλυτη" άποψη !Ο Αναγνώστης ως γνωστόν έχει βομβαρδιστεί με διάφορα "κατασκευάσματα βιβλίων" με θέμα την Κωνσταντινούπολη που όταν διαβάζει δικά σας βιβλία έχει την σιγουριά πως μαθαίνει και ιστορία αλλά απολαμβάνει και την λογοτεχνία ταυτόχρονα!
Χρειάστηκα επτά χρόνια με καθημερινή δουλειά τουλάχιστον οκτώ ωρών για την συγγραφή των δύο βιβλίων «Ιμαρέτ» και «Άγιοι και δαίμονες». Αναφέρω και τα δύο βιβλία γιατί ένα μεγάλο μέρος της έρευνας, η οποία απαιτήθηκε για την συγγραφή τους, είχε πολλά κοινά σημεία. Κυρίως σε ό,τι αφορά τους Οθωμανούς, το Ισλάμ, τις ενδυμασίες, την αρχιτεκτονική, την γλώσσα, τον ρόλο στη ζωή των Ρωμιών της ορθόδοξης εκκλησίας και τις κοινωνικές και επαγγελματικές σχέσεις.
Στην Κωνσταντινούπολη φυσικά και ταξίδεψα, αφότου όμως είχα ολοκληρώσει δύο γραφές του βιβλίου. Κι αυτό γιατί δεν ήθελα να μου καταστρέψει η νέα όψη της Πόλης τις εικόνες του χίλια οκτακόσια, τις οποίες σχημάτισα μέσα από περιγραφές περιηγητών, συγγράμματα και απομνημονεύματα Κωνσταντινοπολιτών, γκραβούρες, πίνακες μικροζωγραφικής και με πολλούς άλλους τρόπους.  Γνώριζα, δηλαδή, ότι σχεδόν τίποτε δεν υπάρχει πλέον από εκείνη την εποχή. Οι αλλεπάλληλες πυρκαγιές προκάλεσαν ολοκληρωτική καταστροφή - δεδομένου ότι όλα τα οικήματα ήσαν ξύλινα, πλην των μεγάλων τεμενών, της Αγίας Σοφίας και άλλων ναών, των κλειστών αγορών, ορισμένων χαμάμ και ελάχιστων ακόμη κτιρίων – ενώ η εικόνα είχε αλλοιωθεί και από το γκρέμισμα των τειχών της Πόλης και του Γαλατά, καθώς και από την όλη μεταγενέστερη και  την σύγχρονη αρχιτεκτονική.
Το πλέον δύσκολο για όποιον ερευνά παλαιότερες εποχές είναι να ανακαλύψει στοιχεία για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, μιας και η επίσημη ιστορία καταγράφει μόνο τα μεγάλα γεγονότα. Όμως η κοινωνική ιστορία που γράφουν οι λαοί, έχει για μένα εξίσου και ίσως μεγαλύτερη αξία. Εξάλλου είναι πεποίθησή μου ότι μέρος της λογοτεχνίας είναι και να αποκομίζει γνώσεις ο αναγνώστης μέσα από ένα βιβλίο. Γι’ αυτό και κοπίασα πολύ στον τομέα αυτό, ψάχνοντας για στοιχεία στις πιο απίθανες πηγές και συλλέγοντας όπως το μυρμήγκι το ελάχιστο.

Τι γνώμη έχετε για το ότι συνεχώς γράφονται νέα βιβλία, τα πιο πολλά επίπεδα, χωρίς προηγούμενη έρευνα με θέματα απλώς της εποχής, κοινώς "πιασιάρικα", τα οποία μάλιστα κάποιοι τα κατατάσσουν στα "ευπώλητα" γιατί απλά είναι όπως λένε εύπεπτα και γεμάτα γεγονότα που δεν κάνουν τον αναγνώστη να σκεφτεί;
Υπάρχουν συγγραφείς απλά καταστροφείς των δασών - για όσο τουλάχιστον υπάρχει ακόμα το χάρτινο βιβλίο - μια άλλη κατηγορία συγγραφέων συρραφέων, οι οποίοι καρπούνται τα γεννήματα άλλων και τα παρουσιάζουν ως δικά τους και υπάρχουν οι συγγραφείς που αφενός διαθέτουν το τάλαντο της γραφής κι έχουν συγγραφικό όραμα, αφετέρου σέβονται τον εαυτό τους και τους αναγνώστες τους. Στους τελευταίους εναπόκειται να ξεχωρίσουν την ήρα απ’ το στάρι.
Στην εποχή μας μπορεί κάποιος Αναγνώστης να ξεχωρίσει ένα βιβλίο εάν έχει ενδιαφέρον η όχι; Μήπως είναι εγκλωβισμένος στο "μάρκετινγκ" όπως μου είπε ομότεχνός σας;
Ο αναγνώστης βομβαρδίζεται από την πληθώρα των εκδόσεων, από την συντεχνιακή πρακτική πλειάδας κριτικών, οι οποίοι όπως κάθε εξουσία επιδιώκει να επιβάλλει την δική της άποψη, και φυσικά από τις μεθόδους προβολής και προώθησης των βιβλίων. Άλλωστε γενικότερα η κοινωνία μας άγεται και φέρεται από παρόμοιες καταστάσεις και φαινόμενα και φυσικά ο αναγνώστης δεν είναι άμοιρος ευθυνών ως προς τις επιλογές του. Ωστόσο πιστεύω ότι ο καλός αναγνώστης καταφέρνει σε σημαντικό βαθμό να ξεφεύγει από τις παγίδες της αγοράς.
Η έμπνευση για εσάς πως λειτουργεί; Είστε άνθρωπος που απομονώνεστε για να "συλλάβετε" μια ιδέα, είστε άνθρωπος που θέλετε τον "χρόνο " του για να αποφασίσετε να γράψετε, ή όπως έχω ακούσει να λέγεται "ο Δημιουργός πρέπει να ζει μέσα στο πλήθος, να γράφει και να συλλαμβάνει τις ιδέες του μέσα στην καθημερινή ζωή, χωρίς να απομακρύνεται από τα "εγκόσμια";
Έμπνευση για μένα δεν είναι μια στιγμιαία ιδέα, αλλά να εισέλθω στην ατμόσφαιρα όπου νιώθω πως φτάνω στην μετουσίωση. Είναι αποτέλεσμα ιεροτελεστίας. Προετοιμάζω το έδαφος να με επισκεφτεί η έμπνευση. Όπως ο νηστευτής, προκειμένου να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων. Ακούω ηπειρώτικα τραγούδια, μπλουζ, τζαζ, διαβάζω ποιήματα ή κείμενα που μου αρέσουν και παράλληλα απομονώνομαι. Γράφω μόνο στον χώρο μου, άσχετα αν προκύψει μια ιδέα οπουδήποτε αλλού, μιας και για όσο διαρκεί η γραφή ζω στην παράλληλη πραγματικότητα του κόσμου των ηρώων μου. Όμως η συγγραφή ενός μυθιστορήματος δεν είναι μονάχα ζήτημα έμπνευσης. Γίνεσαι χειρώνακτας, χρειάζεται πειθαρχία, αφιέρωση και ατέλειωτες ώρες δουλειάς.
Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι μια διαδρομή από μόνη της μέσα στις ζωές ,στα πάθη, στην ιστορία. Πόσο χρόνο χρειάζεστε εάν χρειάζεστε για να αποφορτιστείτε και να ξεκινήσετε κάτι νέο;

Είναι τέτοια κάθε φορά η καταπόνηση του πνεύματος αλλά και του σώματος, αφού απαιτείται η αφύσικη για τον άνθρωπο πολύωρη και καθημερινή ακινησία, που  χρειάζομαι τουλάχιστον έξι μήνες ν’ αποφορτιστώ και να είμαι σε θέση να πιάσω πάλι μολύβι και χαρτί.. Όμως και σ’ αυτό το διάστημα δεν παύω να παλεύω με διάφορες ιδέες.



Αν κάποια στιγμή σταματήσετε να γράφετε, για κάποιον λόγο, τι θα σας έλειπε περισσότερο. Οι ώρες που σχηματίζετε τον "μύθο" σας, οι ώρες που βρίσκεστε σε αέναο ψάξιμο μέσα σε μονοπάτια ιστορίας, οι ώρες που θα περιμένετε τις αντιδράσεις του Αναγνώστη; Οι ώρες της καταξίωσης μετά από μερόνυχτα δουλειάς; Ίσως κάτι άλλο;

Η γραφή είναι άκρως εθιστική. Δεν ξεφεύγεις εύκολα από αυτή και προσωπικά δεν θέλω να ξεφύγω. Δεν μπορώ να ξέρω τι θα σκεφτόμουν σε μια τέτοια υποθετική περίπτωση. Ίσως τις ντομάτες που θα καλλιεργούσα στον κήπο μου.
Κάποιος άνθρωπος κατά την γνώμη σας πότε μπορεί να αυτοονομαστεί "συγγραφέας"; Τι πρέπει να έχει κάνει;
Να γράψει ένα καλό βιβλίο.
Έχετε κάποια στιγμή σκεφτεί με "ζήλεια" το καλό βιβλίο κάποιου ομότεχνού σας; Και αν ναι ποιό;
Με την δημιουργική ζήλεια, η οποία εμπεριέχει τον θαυμασμό κι όχι τον φθόνο, πάρα πολλά. Από τη σύλληψη του θέματος μέχρι το πώς ο εκάστοτε συγγραφέας το αναπτύσσει. Αν είναι να πω μόνο ένα θα έλεγα «Το Θείο τραγί» του Σκαρίμπα.
Πιστεύετε πως ο Συγγραφέας είναι απλά ένα ταλέντο, η χρειάζεται διαρκή προσπάθεια στην γνώση, σε κάθε τι που θα βοηθούσε να εκφράσει καλύτερα αυτό που θέλει;
Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος γεννιέται με εκείνα τα συστατικά του νου και της ψυχής, τα οποία επιτρέπουν να κτισθεί το ταλέντο. Γιατί κατά τη γνώμη μου το ταλέντο πλάθεται στην παιδική ηλικία. Έχει σημασία πώς ζωγραφίζεται η ψυχή του μέχρι τα δεκαοχτώ χρόνια και ποια είναι η ψυχοσύνθεσή του και οι δυνατότητες της φαντασίας του. Πώς εισπράττει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του, πώς τα διηθεί, τα αναπλάθει και τα μεταβολίζει μέσα του. Ανεξάρτητα εάν αυτό γίνεται με συνειδητό ή ασυνείδητο τρόπο. Και φυσικά αυτό δε σημαίνει πως έχει εξαρχής γνώση του ταλέντου του. Το ταλέντο όμως, σε κάθε περίπτωση, είναι ακατέργαστο διαμάντι. Στη συνέχεια, και εφόσον οι συγκυρίες και οι συνθήκες επιτρέψουν να το ανακαλύψει, απαιτείται καλλιέργεια, πολλή και σκληρή δουλειά, συνεχής άσκηση και μαθητεία και πάνω απ’ όλα σε βάθος παρατήρηση του έσω και έξω κόσμου.
Ζούμε σε μια εποχή κρίσης. Πρωτόγνωρης θα έλεγα! Πόσο επιθετικοί μπορεί να γίνουν οι άνθρωποι και ειδικά οι συγγραφείς για να κρατήσουν την δημοσιότητά τους, μια θέση στο κομμάτι που λέγεται πώληση βιβλίου; Μπορεί να είναι επιθετικοί έως κακόβουλοι και να σπιλώνουν υπολήψεις ομότεχνών τους προκειμένου να εμφανίζονται ως "καλοί" και να κερδίζουν πολλές φορές ανάξια την αγάπη του κοινού; Ρωτώ γιατί γνωρίζω από κουβέντες άλλων συγγραφέων πως όσο λιγοστεύει το κοινό τόσο πιο πολύ οι ενδιαφερόμενοι θα γίνονται επιθετικοί; Εσείς τι άποψη έχετε;
Όλα όσα λέτε είναι η πικρή πραγματικότητα, με την διαφορά ότι δεν αφορούν τον αληθινά πνευματικό άνθρωπο και τον οραματιστή λογοτέχνη. Τα φαινόμενα αυτά υπήρχαν και πριν από την κρίση και φυσικά οξύνονται και μεγεθύνονται στην συγκεκριμένη περίοδο.
Παίρνοντας όμως αφορμή απ’ την αναφορά σας στην οικονομική κρίση θα ήθελα να τοποθετηθώ γύρω από αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα, μιας και πολλοί αναρωτιούνται για το τι πιστεύουν και πώς αντιδρούν οι πνευματικοί άνθρωποι.
Δυστυχώς μάθαμε να μιλάμε, να εκφραζόμαστε, να αντιδρούμε, να σκεφτόμαστε και να αγωνιζόμαστε μόνο με συνθήματα. Να ψάχνουμε πάντοτε «αυτούς», τους «τρίτους», κάποιους συγκεκριμένους, οι οποίοι σίγουρα φέρουν το μεγαλύτερο κομμάτι ευθύνης, όμως δεν είναι ένας, δεν είναι εκατό, ούτε καν μερικές χιλιάδες. Όσοι μετέχουν της άμεσης εξουσίας είναι τουλάχιστον εκατοντάδες χιλιάδες, ενώ επιμεριζόμενες οι ευθύνες που αναλογούν σε κάθε πολίτη έχουμε το μερίδιό μας, μικρό ή μεγαλύτερο, όλοι. Κάποτε πρέπει να πούμε τις πικρές αλήθειες. Ζήσαμε για πολλές δεκαετίες σε μια χώρα η οποία πάσχει βαρέως στο επίπεδο των αξιών και του πολιτισμού. Σε μια χώρα που δυστύχησε να κυβερνηθεί από εγκάθετους, αργυρώνητους κι άλλοτε παντελώς ανίκανους πολιτικούς, αλλά και με απλούς πολίτες, οι οποίοι στην μεγάλη τους πλειοψηφία, έμαθαν να έχουν μονάχα δικαιώματα και ποτέ υποχρεώσεις. Σε μια χώρα όπου η διαφθορά κυριαρχεί σε πάμπολλες υπηρεσίες του Δημοσίου, όπως και η αισχροκέρδεια και η εξαπάτηση στον ιδιωτικό τομέα, και με πολίτες έτοιμους ή αναγκασμένους να συναινέσουν στην κλοπή του δημοσίου χρήματος ή στην δωροδοκία, και στην καλύτερη περίπτωση να παραμείνουν απαθείς. Σε μια χώρα όπου η φοροκλοπή ή η μη εφαρμογή των νόμων θεωρείται μαγκιά και οι πελατειακές σχέσεις μεταξύ πολιτευόμενων και πολιτών δίνουν και παίρνουν. Σε μια χώρα όπου απαξιώσαμε τα σχολεία και τα πανεπιστήμια καταστρέφοντας την ιδέα και την ουσία της παιδείας, καθώς και την υλικοτεχνική υποδομή - κι εδώ οι ευθύνες δεν βαρύνουν μόνο τους κυβερνώντες - όταν εμείς οι ίδιοι θαυμάζουμε και εξάρουμε στις μεταξύ μας συζητήσεις τα σχολεία και τα πανεπιστήμια της Αγγλίας, της Γαλλίας, των Η.Π.Α., της Ιταλίας μέχρι και της Τουρκίας. Απαξιώσαμε την παιδεία και την μάθηση με συνεχείς καταλήψεις γυμνασίων, λυκείων και πανεπιστημίων με μια αυτοκαταστροφική διάθεση και με «φιλοσοφία» την επαναστατική προπόνηση και την συσπείρωση των μελών των κατά περίπτωση κομματικών μηχανισμών και ονομάζοντας «προοδευτικό» την οπισθοδρόμηση και τον συντηρητισμό ως προς τα μέσα και τον τρόπο πάλης και διεκδίκησης των κατά καιρούς δίκαιων αιτημάτων. Αφεθήκαμε και δοθήκαμε σε ένα σύστημα αξιών όπου από τη μια κυριαρχεί ο χαβαλές, η μπάλα, τα αυτοκίνητα, ο άκρατος καταναλωτισμός, το shopping therapy, οι διάφοροι κίναιδοι, μόδιστροι και χαζοχαρούμενες τηλεπαρουσιάστριες, κι από την άλλη τα πρότυπα της επιτυχίας, τα οποία είναι συνδεδεμένα απόλυτα με το χρήμα και την κατοχή θέσεων εξουσίας. Αφεθήκαμε σε έναν στείρο και καταγέλαστο εθνικισμό, ο οποίος δεν μας επέτρεψε να δούμε την πραγματικότητα, ούτε καν να επιδοκιμάσουμε την διορατικότητα ορισμένων πολιτικών (έστω και σε μεμονωμένα θέματα) και υποκινούμενοι από διάφορες φανατικές ομάδες απωλέσαμε εθνικά συμφέροντα κι άλλοτε αποτρέψαμε την ένταξη στην ελληνική κοινωνία όσων θα γίνονταν οι καλύτεροι πρεσβευτές της Ελλάδας. Ζούμε σε μια χώρα όπου ο πατριωτισμός φυλλοροεί διαρκώς και όσοι τολμούν να αναδείξουν το πρόβλημα κατηγορούνται δημαγωγικά και κακόβουλα ως εθνικιστές. Σε μια χώρα όπου συχνά πυκνά οι εξουσίες υποδύονται τους επαναστάτες, όπως στους χώρους των μέσων πληροφορίας ή ακόμη και στους λεγόμενους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς χώρους. Σε μια χώρα όπου η δημαγωγική τρομοκρατία και ο λαϊκίστικος καταγγελτικός λόγος επιβάλλει σιωπή και απραξία σε πλήθος θεμάτων ζωτικής σημασίας για την καθημερινότητα, αλλά και για την πνευματική πορεία του τόπου. Τέλος, ζούμε σε μια χώρα όπου ο προσανατολισμός μας στα «οικονομικά» και στην «μικροπολιτική» δεν αποτελεί μόνο το άλφα και το ωμέγα, αλλά όλα τα γράμματα του αλφαβήτου του ιδιωτικού και δημόσιου βίου μας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Όσο για τη λύση του προβλήματος, βρίσκεται στο να αλλάξουμε κατεύθυνση ως άτομα και ως ελληνική κοινωνία. Να εισπράξουμε με έναν άλλο τρόπο τη ζωή, να επανεξετάσουμε τα πρότυπά μας και τις επιδιώξεις μας, να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει αποτυχία και επιτυχία - έχοντας και κατά νου την παροιμία «κάθε μάνας γέννα πεσκέσι του θανάτου» ώστε να καταλαγιάζει μέσα μας η αλαζονεία και το κυνήγι του εφήμερου - να παλέψουμε για πολιτισμικές αξίες, να δουλέψουμε μέσα στο σπίτι αφιερώνοντας χρόνο στα παιδιά μας, να καταλάβουμε ότι η όποια αλλαγή ξεκινά από τον έναν και φτάνει στους πολλούς και στη συνέχεια είναι σίγουρο ότι θα καταφέρουμε να εμβολίσουμε το σύστημα αξιών που καταδυναστεύει τη χώρα μας και επέφερε και τα δεινά της οικονομικής κρίσης.
Από την μεριά μου πιστεύω στον καλλιεργημένο λαό κι όχι στους ηγέτες και τους κομματικούς μηχανισμούς. Η εσωτερική καλλιέργεια είναι εκείνη που μπορεί να διασώσει τους λαούς και πρέπει να είναι ζητούμενο για τον καθένα. Έτσι θα γεννηθεί το καλύτερο αύριο. Όσο θα αναμένουμε πεφωτισμένους σωτήρες ή θαυματοποιούς θα είμαστε τα πιόνια κάθε εξουσίας. Μέχρι στιγμής χάσαμε τη μάχη ή καλύτερα η μάχη δεν δόθηκε ποτέ. Αντί να καρτερούμε και να αναζητούμε ηγέτες, ας ποτιστούμε με τη νοοτροπία του μετανάστη, εδώ του μετανάστη του πνεύματος, και να δουλέψουμε για τις επόμενες γενιές. Εμείς, για να λέμε την πικρή αλήθεια, το χάσαμε το παιγνίδι, δεν προλαβαίνουμε πια. Γιατί αυτή η μάχη θέλει χρόνο, χρόνια άσκησης και μαθητείας. Κι αυτό είναι το δύσκολο.

Τι σημαίνει για εσάς "Λαός, έθνος χωρίς μνήμη"; Και τι μπορεί να φταίει ώστε ένας ολόκληρος λαός να "χάσει" την μνήμη του;
Λαός χωρίς μνήμη σημαίνει ότι βρίσκεται σε παρακμή και τείνει προς την εξαφάνιση.  Ως προς το τι φταίει σας παραπέμπω σε όσα προανέφερα.

Υπάρχει ελεύθερος χρόνος για εσάς; Και πως τον καταναλώνετε;
Ελάχιστος. Λίγα ταξίδια και επιδιώκοντας την ηδύτητα της συζήτησης με φίλους όποτε αυτό είναι εφικτό.

Ποιο πράγμα θεωρείται πιο ανεπίτρεπτο στην ζωή;
Δεν υπάρχει μόνο ένα. Οι βιασμοί παιδιών, ο πόλεμος με ό,τι συνεπάγεται, η πείνα και η εξαθλίωση και τόσα άλλα. Ίσως όμως όλα θα μπορούσαν να συνοψισθούν σε δυο λέξεις: απώλεια ελευθερίας. Είτε αυτή είναι σωματική, είτε πνευματική.
Στους ανθρώπους ο Γιάννης Καλπούζος τι συγχωρεί και τι όχι;
Δεν συγχωρώ την βία, το τυφλό μίσος, την υπέρμετρη φιλαυτία, την έπαρση, το υπερφίαλο, την ειρωνεία.




Δεν υπάρχουν σχόλια: