Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη Κ. Μακρή

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ICONA ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΙΤΗ ΜΑΚΡΗ


Γιάννης Καλπούζος
Tων συναισθημάτων, του καπνού και των ονείρων.
Δεν είναι εύκολο να τον κοιτάξεις και να μη μείνουν τα μάτια σου επάνω του, λίγο παραπάνω από ότι πρέπει. Δεν είναι εύκολο να τον ακούσεις να μιλάει και να μη παραιτηθείς από τα σχέδιά σου για τις επόμενες ώρες, για να κρεμαστείς πρόθυμα από τα χείλη του, σαν το τσιγάρο που σιγοκαίει συνήθως εκεί. Δεν είναι εύκολο ν’ αρχίσεις να διαβάζεις ποιήματά του χωρίς να χαθείς στο χρόνο. Έχω δικαιολογία γι’ αυτό. Ο Γιάννης Καλπούζος διαθέτει τη ματιά του ανθρώπου που κοιτάζει πέρα από τα όρια που διαγράφει η ανθρώπινη επιδερμίδα –κατευθείαν στην ψυχή. Μιλάει για τα βιβλία του, για τη σχέση του με τους ανθρώπους και την αλήθεια της ζωής, με μια φλόγα υγρή που σε κρατά ευτυχή εκεί γύρω. Γράφει ποιήματα σαν μην έχει ανάγκη ούτε να φάει, ούτε να πιει, ούτε και να κοιμηθεί παρά να γράφει, μόνον. Μέχρι να γίνει παρανάλωμα συναισθημάτων του καπνού και του ονείρου. Δεν διστάζει να δηλώνει συχνά πως πρώτα απ’ όλα νιώθει ποιητής. Παθιασμένος με τη ζωή και τα γεννήματά της, με τη φαντασία και τις αποκοτιές του νου, αυτός ο πεισματάρης με τις λέξεις, τρυφερός  Ηπειρώτης λογοτέχνης κερδίζει με ευκολία τις καρδιές των αναγνωστών του και συντηρεί την αγάπη τους με έμφυτη δεξιοτεχνία τέτοια,
που τη λες ευγενή αλήθεια. Το έχω δει να συμβαίνει όταν συνωστίζονται άνθρωποι γύρω του σε εκδηλώσεις για κείνον. Πιστεύω πως τελικά το βραβείο αναγνωστών 2009 για το «Ιμαρέτ» είχε προδιαγεγραμμένη πορεία που κατέληγε στα φτερωτά του δάχτυλα. Κυρίες και κύριοι, ο Γιάννης Καλπούζος επισκέφθηκε αυτόν το μήνα την Αλεξανδρούπολη για την παρουσίαση του βιβλίου του, είναι μαζί μας στο icona και ο πειρασμός των ερωτήσεων είναι μεγάλος! Μοιραστείτε τον μαζί μου…


Κύριε Καλπούζο, όταν γράφατε το «Ιμαρέτ», το νιώθατε ότι θα είχε αυτή την επιτυχία;
Όσο διαρκούσε η γραφή ζούσα στην παράπλευρη πραγματικότητα της μυθοπλασίας και των ηρώων μου. Τίποτε άλλο δεν με απασχολούσε. Οι σκέψεις για την περαιτέρω πορεία του βιβλίου άρχισαν από τη στιγμή που το παρέδωσα στον εκδοτικό οίκο. Είχα την πίστη ότι θα αγγίξει τους αναγνώστες αρκεί να φτάσει στα χέρια τους. Ο φόβος μου ήταν μήπως δεν το ανακαλύψουν λόγω της πληθώρας των εκδόσεων και του συστήματος προβολής που κινείται με συντεχνιακή λογική. Γι’ αυτό ακριβώς αποφάσισα να πάω πόρτα πόρτα, όπως λένε, να πλησιάσω τους αναγνώστες, να παρουσιάσω τη δουλειά μου, να με γνωρίσουν και να διαγωνιστώ στο νου και στην ψυχή τους και εφόσον το μυθιστόρημα τούς αγγίξει να γίνουν πρεσβευτές του και να το διαδώσουν. Έτσι ξεκίνησα κύκλο παρουσιάσεων σε όλη την Ελλάδα, σε μικρές και μεγάλες πόλεις, απ’ όπου βγήκα πλουσιότερος γιατί γνώρισα πολύ σημαντικούς ανθρώπους. Σε ό,τι δε αφορά το βιβλίο, το αγάπησαν οι αναγνώστες και του έδωσαν φτερά.

Πού οφείλεται η  επιτυχία του;
Κατά την άποψη  μου συνέβαλαν οι αλήθειες τις οποίες περιέχει, τα μηνύματα που μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή, οι πανανθρώπινες αξίες που πραγματεύεται και η σοβαρή και κοπιαστική δουλειά που έγινε κι αναγνωρίστηκε από όσους το διάβασαν και το διέδωσαν. Όμως πάνω απ’ όλα γιατί πιστεύω πως καταφέρνει να ταξιδέψει τον αναγνώστη στην ονειρική πολιτεία του λόγου και της φαντασίας.

Πώς ιεραρχείτε τα θέματα που σας απασχολούν και πώς επιλέγετε τελικά αυτό που θα κάνετε μυθιστόρημα;
Δεν είναι αποτέλεσμα προδιαγεγραμμένης ιεράρχησης, με την έννοια έχω αυτά τα θέματα κι επιλέγω με ποιο θα ασχοληθώ. Κάποια στιγμή γεννιέται μια ιδέα, ξεκινώ να την υλοποιήσω, όμως στη διαδρομή μπορεί να αλλάξω πορεία. Έτσι έγινε και με το Ιμαρέτ. Ξεκίνησα με αφορμή την ιστορία ενός προγόνου μου, τον οποίον αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι κατά την έξοδο του Μεσολογγίου και τον έφεραν σκλάβο στην Άρτα όπου εξαγόρασαν την ελευθερία του οι καλόγεροι της Μονής Κάτω Παναγιάς. Αυτή την ιστορία σκεφτόμουν να την κάνω μυθοπλασία.  Έτσι άρχισα να ερευνώ την τοπική ιστορία. Διαπιστώνοντας στη συνέχεια ότι το πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον της Άρτας και οι συνθήκες που επικρατούσαν στην καθημερινή ζωή μού επέτρεπαν να γράψω για θέματα που με ενδιέφεραν και απηχούσαν στη δική μου κοσμοθεωρία, ενώ παράλληλα μπορούσαν να στείλουν μηνύματα στη σύγχρονη εποχή, εγκατέλειψα την αρχική ιδέα και προχώρησα στη συγγραφή του Ιμαρέτ.

Ένας  άνθρωπος γεννιέται συγγραφέας ή γίνεται;
Γεννιέται με εκείνα τα συστατικά του νου που του επιτρέπουν να κτισθεί το ταλέντο, γιατί κατά τη γνώμη μου αυτό πλάθεται στην παιδική του ηλικία. Έχει σημασία πώς ζωγραφίζεται η ψυχή του μέχρι τα δεκαοχτώ χρόνια και ποια είναι η ψυχοσύνθεση του και οι δυνατότητες της φαντασίας του. Πώς εισπράττει όλα όσα συμβαίνουν γύρω του, πώς τα διηθεί, τα αναπλάθει και τα μεταβολίζει μέσα του. Ανεξάρτητα εάν αυτό γίνεται με συνειδητό ή ασυνείδητο τρόπο. Και φυσικά αυτό δε σημαίνει πως έχει εξαρχής γνώση του ταλέντου του. Το ταλέντο όμως, σε κάθε περίπτωση, είναι ακατέργαστο διαμάντι. Στη συνέχεια, και εφόσον οι συγκυρίες και οι συνθήκες επιτρέψουν να το ανακαλύψει, απαιτείται καλλιέργεια, πολύ δουλειά, συνεχής άσκηση και μαθητεία και πάνω απ’ όλα σε βάθος παρατήρηση του έσω και έξω κόσμου.

Εσείς πότε αποφασίσατε τι θέλατε να κάνετε;
Από πολύ νεαρή ηλικία αναζητούσα, χωρίς κι ο ίδιος να το συνειδητοποιώ, την καλλιτεχνική μου έκφραση. Σε ηλικία 12 ετών στο χωριό μου πήγα σε έναν μουσικό της περιοχής και αγόρασα ένα παλιό μαντολίνο. Μου το πούλησε για μπουζούκι. Δεν ήξερα καθόλου από μουσικά όργανα. Ο πατέρας μου με αποπήρε, «Γύφτος θα γίνεις!» μου είπε, και πάει το μαντολίνο που νόμιζα ότι ήταν μπουζούκι. Ύστερα θυμάμαι τον εαυτό μου να κάνει πρόβες ερμηνεύοντας ρόλους και τώρα συνειδητοποιώ ότι έβαζα δικά μου λόγια. Σ’ ένα θολό ορίζοντα έβλεπα τον εαυτό μου ηθοποιό και πήγαινα στους γείτονες στην Άρτα που είχαν τηλεόραση να βλέπω το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Όταν ήρθα στην Αθήνα ξαναπροσπάθησα να μάθω μουσική, αλλά χρήματα για μαθήματα δεν υπήρχαν. Κιθάρα αυτή τη φορά. Για να μην μακρηγορώ ούτε αυτή η προσπάθεια καρποφόρησε. Ενθουσιαζόμουν εύκολα και άλλο τόσο εύκολα απογοητευόμουν. Κατά καιρούς ζωγράφιζα, ακόμη και πάνω σε πέτρες, ποταμίσιες. Ακολούθως έγραφα στιχάκια και τα χρησιμοποιούσα ως ερωτικό ελιξίριο. Το 1990 και το 1992 τύπωσα δυο πρωτόλειες ποιητικές συλλογές μετά από την προτροπή φίλων, σε ιδιωτική έκδοση, και συνέχισα γράφοντας στίχους για τραγούδια από το 1995. Το τραγούδι χωρίς να είναι πρόθεση μου λειτούργησε ως άσκηση και μαθητεία, μέχρι να περάσω στη λογοτεχνία. Τότε ο ενθουσιασμός μου δεν έσβησε, ούτε καταλάγιασε ποτέ. Είχα βρει πια την καλλιτεχνική μου έκφραση και το μέγα πάθος. Διαφορετικά δεν είναι δυνατόν κανείς να εργάζεται μέχρι και 18 συνεχόμενες ώρες καθισμένος σ’ ένα γραφείο. Ωστόσο ως ουσιαστικό ξεκίνημα στη λογοτεχνία θεωρώ το 2002 όταν τυπώθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος η συλλογή διηγημάτων μου «Μόνο να τους άγγιζα».

Πως ήταν το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώσατε;
Μέχρι τα δώδεκα έζησα σ’ ένα πολύ μικρό και απομονωμένο χωριό, τις Μελάτες. Το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε το 1975. Λεωφορείο δυο φορές τη βδομάδα. Εκεί με γονείς γεωργοκτηνοτρόφους κύλησαν τα παιδικά χρόνια ως το 1972. Η ζωή της υπαίθρου, τα χρώματα, οι μυρουδιές, οι εικόνες, οι άνθρωποι, οι αγροτικές εργασίες όπου συμμετείχαμε από πολύ μικρά παιδιά και τα τρία αδέλφια, η καθημερινή επαφή με τη ζωή και το θάνατο, τα μικρά ή τα μεγάλα προβλήματα της επιβίωσης, ο ξενιτεμός του πατέρα μου για ένα διάστημα, οι δύσκολες συνθήκες που τότε δεν τις καταλαβαίναμε γιατί δεν υπήρχε μέτρο σύγκρισης, όλα, χρωμάτισαν τη ψυχή μου. Ύστερα, πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο, βρέθηκα στην Άρτα σε οικοτροφείο για δύο χρόνια κι έπειτα τα τρία αδέλφια να νοικιάζουμε κάτι καταγώγια, να μαγειρεύουμε, να πλένουμε και να πηγαίνουμε στο χωριό κάθε 15 μέρες όπου συνέχιζαν να μένουν οι γονείς μας. Έτσι όπως ζούσαν εκατοντάδες χωριατόπουλα από τα ορεινά της Άρτας την ίδια εποχή. Όμως, όπως έχω γράψει και στο «Έρωτας νυν και αεί», η νοσταλγία και κάθε επιστροφή στο παρελθόν προσπερνά τους γκρεμούς και στέκεται στα γλυκοτόπια. Και τα γλυκοτόπια πέραν όσων ανέφερα, έχουν να κάνουν με μια οικογένεια με αρχές, αξίες και έγνοια ο ένας για τον άλλον και μια περίοδο της ζωής μου όπου κυριαρχούσε η αθωότητα και η αποκομμένη από το βάθος των προβλημάτων και των καταστάσεων παιδική ματιά.

Είναι γενικότερα το περιβάλλον που καθορίζει αυτό που τελικώς θα κάνουμε στη ζωή μας;
Παίζει καθοριστικό ρόλο, όχι όμως απόλυτο. Κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός και η πρόκληση είναι να ανατρέψει κανείς τη διαφαινόμενη προοπτική της ζωής του. Να επιτρέψει στο ξεχωριστό που υπάρχει μέσα του να ανθίσει. Να δώσει στον εαυτό του τις ευκαιρίες που του αξίζουν. Να μη φοβηθεί τις ρήξεις και τις ανατροπές. Εν τέλει να κυνηγήσει το όνειρο και το παραμύθι σε μια τόσο σύντομη ζωή, που τη δηλητηριάζουμε με μικροπρεπείς συμπεριφορές και τη βυθίζουμε στην αισθητική ευτέλεια. Το δύσκολο είναι να κάνεις το πρώτο βήμα. Να αντιληφθείς ότι λίγο πιο κει από τον τοίχο που ορθώνεται μπροστά σου υπάρχει πέρασμα, το οποίο σε οδηγεί σε έναν άλλο κόσμο. Και ως προς αυτό είναι κατά ένα μέρος και τύχη. Να βρεθούν, δηλαδή, άνθρωποι στη ζωή σου να σου δείξουν το πέρασμα, αλλά από την άλλη και συ πρέπει να είσαι έτοιμος να τους ακούσεις.

Θέλετε να μου περιγράψετε την εικόνα που είχατε για τους ποιητές όταν ήσασταν μικρό αγόρι;
Τα ποιήματα των σχολικών βιβλίων της εποχής εκείνης δεν με μάγευαν. Ήταν κακά ποιήματα. Εξωσχολικά βιβλία δεν είχαμε. Μετά τα δεκαοχτώ και κυρίως μετά τα είκοσι άρχισα να διαβάζω ποίηση και λογοτεχνία. Ως εκ τούτου δεν είχα καμιά εικόνα για τους ποιητές. Η μόνη επαφή με τη λογοτεχνία ήταν στην τετάρτη Δημοτικού όταν ο νέος δάσκαλος μάς διάβαζε τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και τον καιρό του βουλγαροκτόνου της Πηνελόπης Δέλτα. Μαγευόμουν κυριολεκτικά και περίμενα με αδημονία να έρθει το Σάββατο να μας ξαναδιαβάσει ο κύριος Κώτσης, μιας και μονάχα μια φορά τη βδομάδα άνοιγαν οι μυστικοί ουρανοί αυτής της ανάγνωσης. Χανόμουν στις ιστορίες των μικρών αποσπασμάτων, έπλαθα δικές μου, γινόμουν ήρωας ανάμεσα στους ήρωες και πού καιρός να σκεφτώ ότι όλα τούτα τα είχαν γράψει κάποιοι. Ούτε καν σκεφτόμουν ότι πίσω από τις σελίδες των δύο εκείνων βιβλίων κρύβονταν οι συγγραφείς τους με σάρκα και οστά. Σε χρόνια πολλά αναζήτησα τα ονόματα τους.

Ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα που ίσως χάσατε, μεγαλώνοντας;
Ένα μέρος της αθωότητας μου. Τόσο, ίσως, όσο χρειάζεται για να μη γίνομαι βορρά στα ποικίλα αρπαχτικά που ενεδρεύουν γύρω μας. Έγινα επιφυλακτικός και ως προς την εκδήλωση των συναισθημάτων μου και ως προς το τι και πόσα αποκαλύπτω για την προσωπική μου ζωή, αν κι εδώ, για σας και το περιοδικό σας κάνω πραγματικά μια εξαίρεση. Γιατί αφενός λίγοι είναι εκείνοι που σκύβουν να αφουγκραστούν αυτό που λες και αφετέρου υπάρχουν οι κακοήθεις και οι μετριότητες που ανάγονται σε υπερφίαλα μηδενικά και παραφράζουν ή ερμηνεύουν όπως θέλουν όσα εκμυστηρεύεσαι.

Τι σημαίνει για σας  ποιότητα στον άνθρωπο;
Καλή αισθητική, ανθρωπιά, στοχασμός, ευγένεια, μεγαλοψυχία, αρμονία της ζωής του με τα λόγια και το έργο του, να διακατέχεται από πανανθρώπινες αρχές και αξίες, να αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως μέρος και όχι ως το όλον της φύσης, να νοιάζεται, να αγαπά.

Είναι η τέχνη τρόπος να κερδίσει κάποιος την αιωνιότητα και τί είναι αυτό που κάνει ένα βιβλίο να αντέχει στον χρόνο;
Όλα είναι αιώνια κι όλα είναι μια στιγμή. Δεν πιστεύω στην αιωνιότητα με τον τρόπο που έχει επικρατήσει να λέγεται. Μετράμε τη ζωή με χρονικό ορίζοντα εκατονταετιών ή χιλιετιών, ενώ το αιώνιο  δεν έχει τέλος. Μια παγκόσμια, γήινη καταστροφή, μπορεί να ακυρώσει όλη την ανθρώπινη ιστορία. Ακόμη, ποιός γνωρίζει τι θα μείνει, αν μείνει κάτι, από την μέχρι τώρα ζωή και δημιουργία του ανθρώπου, μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια; Ωστόσο με τη συνηθισμένη έννοια, ναι, η τέχνη προσφέρει μια ιδέα αιωνιότητας. Όσο για το τι αντέχει στο χρόνο είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων. Από τη διαχρονικότητα της λογοτεχνικής αξίας ενός βιβλίου και των μηνυμάτων του, από το αν υπήρξε σημείο αναφοράς στην εποχή του και αποτελεί σημαντικό βήμα στην εξέλιξη της λογοτεχνίας, μέχρι τους ιδιοτελείς σκοπούς της αναπαραγωγής συγκεκριμένων έργων και τον ετεροφωτισμό ορισμένων μέσα από την διαιώνιση των έργων μεγάλων ονομάτων του παρελθόντος. Το τελευταίο έχει γίνει μάστιγα για πολλές τέχνες, με αποτέλεσμα να μην αφήνεται έδαφος σε  νέους δημιουργούς. Το θέατρο είναι η πιο κλασική περίπτωση. Η αλήθεια είναι ότι όλες οι εποχές γεννούν μεγάλους δημιουργούς, όμως οι συνθήκες δεν προσφέρουν το κίνητρο ώστε να διοχετεύσουν όλη τους τη δύναμη στην τέχνη τους και γενικότερα δεν επιτρέπουν να φανούν τα έργα τους.

Η έμπνευση σας επισκέπτεται τυχαία ή είναι απόρροια περιόδου  απομόνωσης;
Είναι αποτέλεσμα ιεροτελεστίας. Κυρίως σε ό,τι αφορά τη γραφή της  ποίησης. Προετοιμάζω το έδαφος να με επισκεφτεί η έμπνευση. Όπως ο νηστευτής, προκειμένου να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων. Ακούω ηπειρώτικα και παραδοσιακά τραγούδια, μπλουζ, τζαζ, διαβάζω ποιήματα ή κείμενα που μου αρέσουν και παράλληλα απομονώνομαι. Γίνομαι αναχωρητής των εγκοσμίων. Ωστόσο αυτό το Θείο πυρ και η Θεία μανία που φέρνει το κατακλυσμιαίο συναίσθημα δεν στέργει πάντοτε να με επισκεφτεί. Με αποστρέφεται, παρά τα καλέσματα που θυμίζουν ερωτική πολιορκία. Έχω περάσει πολλές νύχτες χωρίς να γράψω ούτε μια λέξη. Αρκεί μια σκέψη, μια δυσαρμονία, κάτι τέλος πάντων που θα διαταράξει την αφιέρωση, το δόσιμο της ψυχής μου, για να με τιμωρήσει με την απουσία της. Θαρρείς και αντιλαμβάνεται το μη καθαρό της ψυχής και αρνείται να με επισκεφτεί.  Όταν όμως έρχεται, μεταβολίζεται ο έσω και ο έξω κόσμος, περνώ στη διάσταση της ενσυνείδητης παραίσθησης και τα γεννήματα του νου καταγράφονται με πυρετώδεις ρυθμούς στο χαρτί ωσάν να με καθοδηγεί αόρατο χέρι.  Βρίσκομαι τότε στο ποιητικό σύμπαν, εύθραυστος,  καιόμενος, ψιχίο στο χάος της ανθρώπινης ιστορίας και συνάμα φρύγανο που μπορεί να καταστραφεί με την ελάχιστη παρέμβαση της πεζής καθημερινότητας.

Υπάρχει άλλος ποιητής ή συγγραφέας  που να τον θαυμάζετε;
Συγκεκριμένα πρότυπα δεν είχα σε καμιά περίοδο της ζωής μου. Ίσως γιατί ξεκίνησα σε μεγάλη ηλικία να διαβάζω. Εντυπωσιάζομαι όμως και θαυμάζω μεμονωμένα έργα πολλών. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και παίζει στην εξέλιξη της γραφής μου η δημοτική παράδοση, καθώς και το καθημερινό σχολείο ή η κοινωνική ιστορία που σπούδασα στο χωριό μου ανάμεσα στους λαϊκούς ανθρώπους και τη φύση και στη συνέχεια από δεκαοχτώ ετών στον Κολωνό και στην Αθήνα γενικότερα.

Πού κρύβεται η ουσία των πραγμάτων; Είναι, ίσως, ορατή επιφανειακά; Φανταστείτε πόσο χρόνο θα κερδίζαμε αν ήταν.
Η ουσία βρίσκεται στον τρόπο πρόσληψης της ζωής. Αν, δηλαδή, ανιχνεύει κανείς το βάθος, αν μπαίνει στον κόπο να καλλιεργήσει και να αναλύσει τον εσωτερικό του κόσμο, αν στοχάζεται, αν ερευνά, αν παρατηρεί ή μένει ακολουθητής μιας τετριμμένης συνταγής της ζωής. Κάθε νέος άνθρωπος ξεκινά πάντα από την αρχή. Τίποτε δεν έχει έτοιμο μέσα του κι ας εξελίσσεται η τεχνολογία και οι επιστήμες. Πάντα βρίσκεται στο ισόγειο και αρχίζει να μαθαίνει, να κτίζει, να ανέρχεται ή μένει στάσιμος εκεί. Ταξιδεύει στον έσω κόσμο που είναι ταυτόχρονα και ο έξω κόσμος. Κι αν μετά από ένα τέτοιο ταξίδι καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όλα είναι απλά, ποτέ δεν θα είναι απλά με τον τρόπο που το εννοεί κάποιος που δεν έκανε το ταξίδι.

Κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω μ’ έναν άνθρωπο που μ’ ενδιαφέρει κάνω την ίδια ερώτηση, περιμένοντας την απάντηση με αγωνία μικρού παιδιού: Αλλάζουν οι άνθρωποι, κύριε Καλπούζο;
Στην συντριπτική πλειοψηφία και επί της ουσίας, ο σημερινός άνθρωπος φέρει σε όλη τη ζωή του τα χαρακτηριστικά  που αποκτά ως οντότητα μέχρι τα είκοσι χρόνια του. Δεν κατακτά καν τη λαϊκή σοφία όπως αρκετοί άνθρωποι άλλων εποχών, γιατί εξοβελίσαμε από τη ζωή μας, τρόπον τινά ως στρουθοκάμηλοι, το θάνατο και πολλά από τα στοιχεία του φυσικού τρόπου ζωής. Έπαψε ο θάνατος να αποτελεί μέρος της καθημερινότητας μας καθώς απομακρυνθήκαμε από τη φύση κι έτσι δεν λειτουργεί ως αντίβαρο που εξισορροπεί τις κενές επιδιώξεις μας. Τον εξωραΐσαμε, τον αποσιωπούμε και νιώθουμε πιο δυνατοί απ’ ό,τι είμαστε, καθώς αντλούμε την ψευδαίσθηση του ισχυρού, πεπλανημένοι από την εικόνα των ίδιων των επιτευγμάτων μας στον τομέα της τεχνολογίας και του αναμφισβήτητα καλύτερου βιοτικού επιπέδου. Όμως, ως προς την αλλαγή των βασικών χαρακτηριστικών, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις που ανατρέπουν τον κανόνα. Εκείνοι που ανακαλύπτουν μέσα τους την κρυμμένη δύναμη - που για χίλιους δυο λόγους παρέμεινε στο σκοτάδι - και με προσπάθεια, επιμονή και πειθαρχία καταφέρνουν να  αλλάξουν όσα και οι ίδιοι δεν θα πίστευαν ότι μπορούσαν.

Τι θα αλλάζατε εσείς στους ανθρώπους,  αν είχατε αυτή τη… μαγική ιδιότητα;
Δεν θα άλλαζα, γιατί τότε θα έπαυε η μοναδικότητα και η διαφορετικότητα κάθε ανθρώπου. Όμως αν ήταν στο χέρι μου θα προσπαθούσα να ενσπείρω την αμφιβολία, την αμφισβήτηση και την αναζήτηση ως προς τα καθιερωμένα πρότυπα επιτυχίας, αισθητικής και αντίληψης της ζωής γενικότερα. Αυτό που προσπαθεί και η τέχνη και πασχίζω μέσα από το έργο μου.

Οικειοποιείστε στοιχεία από τις ζωές και τους χαρακτήρες των άλλων για να επινοήσετε τους ήρωες των μυθιστορημάτων σας;
Στο μυθιστόρημα η αληθοφάνεια των χαρακτήρων παίζει καθοριστικό ρόλο, ιδιαίτερα όταν δεν πρόκειται για ένα αλληγορικό στο σύνολο του κείμενο. Κατά συνέπεια η μεταφορά στοιχείων από πραγματικά πρόσωπα είναι αναπόφευκτη. Μπορεί να μην μεταφέρω αυτούσιο έναν χαρακτήρα, όμως άμεσα ή έμμεσα, και ασυνείδητα τις πιο πολλές φορές, εντάσσω κάποιες πλευρές  της προσωπικότητας ανθρώπων που πέρασαν από τη ζωή μου ή παρατηρώ γύρω μου. Πολλές φορές ανακαλύπτω εκ των υστέρων ορισμένα στοιχεία που μου θυμίζουν πραγματικά πρόσωπα και τότε προσπαθώ να ανακαλύψω πώς εισήλθαν στη γραφή μου. 

Τους σκέπτεστε μετά; Υπάρχουν φορές που ο Λιόντος του Ιμαρέτ, για παράδειγμα, φορά το σακάκι σας;
Οι ήρωες μου, πλέον, είναι για μένα υπαρκτά πρόσωπα. Υπάρχουν στη ζωή μου όπως οι πραγματικοί άνθρωποι που έτυχε να βρεθώ κοντά τους. Συνομιλώ μαζί τους, όπως κι όταν έγραφα το βιβλίο. Τους αναθυμούμαι όπως κάθε φίλο, συμμαθητή, οποιονδήποτε τέλος πάντων άγγιξε ή μάτωσε την ψυχή μου. Όσο για τον Λιόντο, ενδεχομένως να φέρει κάποια χαρακτηριστικά μου, όμως σε καμιά περίπτωση δεν είναι αντίγραφο μου. Πιο πολύ ο παππούς Ισμαήλ γίνεται αχθοφόρος της κοσμοθεωρίας μου, αν και απέχω πολύ από τον στωικό του χαραχτήρα.

Έχετε φλερτάρει ποτέ με την επιθυμία να γράψετε θεατρικό έργο, ώστε να ζωντανέψετε περισσότερο τους ήρωές σας;
Είναι στις προθέσεις μου, αν και ακόμα δεν το επιχείρησα. Ο λόγος όμως δεν είναι για να ζωντανέψω πιο πολύ τους ήρωες μου, γιατί μέσα μου είναι ολοζώντανοι. Ο λόγος βρίσκεται στην αντίπερα όχθη.  Δηλαδή στον τρόπο αντιμετώπιση τους από τους θεατές την ώρα που παίζεται το έργο, κάτι που δεν μπορεί να συμβεί με ένα βιβλίο. Στην πραγματικότητα να μη βλέπω τους ήρωες μου στη σκηνή, αλλά τους θεατές να γίνονται ήρωες ενός άλλου έργου. Να καταγράφω αντιδράσεις, συναισθήματα, εκφράσεις, βλέμματα και να εισπράττω τη δική τους αύρα και ατμόσφαιρα. Να έχω την ευκαιρία να είμαι παρών την ώρα που οι ήρωες μου διαγωνίζονται στην ψυχή και στην σκέψη τους.

Τί συναισθήματα σας πλημμυρίζουν όταν ακούτε τραγούδια σας;
Τα τραγούδια έχουν αυτό το στοιχείο του αναπάντεχου. Μπορεί να τα ακούσεις οποιαδήποτε στιγμή στον πιο απίθανο χώρο. Έρχονται σαν κύμα που δεν το περιμένω και  ξαφνιάζομαι ευχάριστα. Ιδιαίτερα τα παλιότερα τραγούδια μου. Κι όσο πιο άγνωστο είναι το τραγούδι, τόσο πιο μεγάλη η συγκίνηση και η ικανοποίηση. Ξεπηδά η στοργή προς το αδικημένο και παράλληλα η ίδια χαρά που νιώθει ο συλλέκτης όταν ανακαλύπτει κάτι σπάνιο.

Τί σας κάνει να πείτε «να μια μεγάλη φωνή!»
Η φωνή που κινητοποιεί άμεσα και χωρίς καμιά λογική διεργασία το συναίσθημα. Όταν τα αντανακλαστικά της ψυχής δεν έχουν ανάγκη την επανάληψη που κάνει οικείο το άκουσμα και τη φωνή.

Τι έχει αλλάξει στη ζωή σας από τη στιγμή που γίνατε διασημότητα στο χώρο του βιβλίου και του τραγουδιού;
Δεν νομίζω πως έγινα διάσημος κι ούτε με απασχολεί ως ζήτημα. Το ζητούμενο μου ήταν και είναι, να γνωρίσει ο κόσμος τη δουλειά μου. Εξάλλου με απωθούσαν πάντα οι διάσημοι, γιατί σπάνια ξεφεύγει κάποιος από την έπαρση και τη φιλαυτία. Αλλά κι αν κατάφερε να φθάσει ένα βιβλίο μου σε αρκετές χιλιάδες αναγνωστών τίποτε δεν αλλάζει. Ούτε και στην υποθετική περίπτωση που γίνονταν εκατοντάδες χιλιάδες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν χαίρομαι την επιτυχία του Ιμαρέτ και την επικοινωνία με τους αναγνώστες μέσα από τις σελίδες του. Το μόνο που αλλάζει με την επιτυχία του βιβλίου, είναι η αυξημένη ευθύνη που νιώθω απέναντι στους αναγνώστες και η έγνοια μου να ανταποκριθώ στις προσδοκίες που δημιούργησε με ένα επόμενο μυθιστόρημα.

Πού  κατοικεί η αληθινή ελευθερία του ανθρώπου;
Στη σκέψη του, αλλά και η σκέψη είναι άρρηκτα δεμένη με τις συνθήκες που επικρατούν. Από την ελευθερία στη διακίνηση των ιδεών, ως τον αξιοπρεπή βιοπορισμό. Ο γονιός που δεν έχει τα οικονομικά μέσα να μεγαλώσει τα παιδιά του δεν μπορεί να αισθάνεται ελεύθερος. Εκείνος που πεινάει δεν είναι ελεύθερος. Ο εργάτης που αναγκάζεται να δουλεύει δώδεκα και δεκαπέντε ώρες κάνοντας υπερωρίες ή δεύτερη δουλειά για να τα βγάλει πέρα δεν είναι ελεύθερος. Ο άνεργος δεν είναι ελεύθερος. Ο ανάπηρος που δεν μπορεί να κινηθεί στους δρόμους και αναγκάζεται να κλείνεται σπίτι του δεν είναι ελεύθερος. Όπου δεν υπάρχει ειρήνη δεν υπάρχει ελευθερία. Ο μετανάστης που ζει μέσα σε άθλιο περιβάλλον και παράλληλα νιώθει ανεπιθύμητος και αντιμετωπίζεται με ρατσιστική διάθεση δεν είναι ελεύθερος, και τόσα άλλα.

Η φαντασία είναι μια άλλη χώρα. Πόσο επικίνδυνο είναι να ονειρεύεται  κανείς συνεχώς;
Άμα πατάς στη γη είναι γόνιμο το όνειρο. Ανοίγει δρόμους, γεννά ελπίδα, προσφέρει νότες αισιοδοξίας σε μια πεζή πραγματικότητα, γίνεται παράθυρο διαφυγής και ποτίζει τη ψυχή του ανθρώπου. Αν όμως δεν πατάς στη γη και μόνο ονειρεύεσαι, το όνειρο είναι στείρο και αδιέξοδο. Εκτός αυτού, θέλεις δεν θέλεις, θα έρθει κάποτε η σκληρή πλευρά της ζωής να σου χτυπήσει την πόρτα κι όπως θα σε βρει ανέτοιμο, το όνειρο θα γίνει εφιάλτης. Βέβαια, αν έχεις να κάνεις μόνο με τον εαυτό σου μπορείς να γίνεις αναχωρητής στο όνειρο και μόνος σου να πληρώσεις το όποιο τίμημα. Αν όμως έχεις και την ευθύνη άλλων - και μεγαλύτερη ευθύνη από τα παιδιά δεν υπάρχει – τότε ο αναχωρητισμός σου ισοδυναμεί με έγκλημα.

Κύριε  Καλπούζο, νιώθετε μόνος;
Νομίζω πως κάθε άνθρωπος είναι μόνος απέναντι στο θάνατο και είναι πολλές οι στιγμές που είναι μόνος και στη ζωή. Το δύσκολο είναι να το παραδεχτούμε. Ωστόσο η μοναξιά, πέρα από την πολύπλευρη διάσταση της (φυσική, να μην έχεις δηλαδή κάποιον δίπλα σου - πνευματική, να μην επικοινωνείς – μοναξιά μέσα στο πλήθος – μοναξιά της εθελοντικής ερημίας κ.λπ.), γίνεται και τόπος γόνιμος και πεδίο δημιουργίας. Πολλές φορές την αναζητώ. Είναι αυτός ο αναχωρητισμός από τα εγκόσμια που με διακατέχει.

Στη δυστυχία, τι επιστρατεύετε;
Σε μια αποστροφή του Ιμαρέτ λέει: «Η ζωή, μπορεί να σε ρίχνει μπαμ και κάτω με τη γροθιά της, ξέρει παράλληλα και τον τρόπο σιγά σιγά να σε σηκώνει πάλι. Γιαβάς γιαβάς, Νετζίπ. Με τον καιρό θα μάθεις να μην πέφτεις μπαμ και κάτω. Θα μάθεις να περιμένεις τη γροθιά». Επιστρατεύω λοιπόν όλη τη σοφία που η ζωή μας δίδαξε, έχοντας προ πολλού διαπιστώσει την ανθρώπινη ματαιότητα. Οπλίζομαι όχι γιατί περιμένω τη δυστυχία, αλλά για να κατανοήσω την ίδια τη ζωή. Και η κατανόηση της ζωής γίνεται ασπίδα προστασίας απέναντι στα όποια δεινά μα επιφυλάσσει.

Τί  σας λείπει πολύ;
Η αρμονία που πολλές φορές δεν καταφέρνω να έχω στην ψυχή μου, καθώς μοιράζομαι σε αντιφατικές δραστηριότητες και διοχετεύω πολύ ενέργεια στην καθημερινή βιοποριστική μου εργασία.

Με τί δεν θα μπορούσατε να ζήσετε;
Με ό,τι θα μου επέβαλλε στην προσωπική μου ζωή μια αισθητική που δεν είναι σύμφωνη με τα δική μου  ενόραση και ενδιαφέροντα.

Χωρίς τί δεν είναι δυνατό να ζήσετε;
Ο άνθρωπος είναι ον που καταφέρνει να προσαρμόζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε συνθήκες. Δε έχω εμμονές. Σίγουρα όμως θα ήταν μεγάλο πλήγμα να μην μπορώ να γράφω.

Ένα δώρο που δεν θα ξεχάσετε ποτέ;
Την προτροπή μιας φίλης μου να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία.

Κάπου στο μυθιστόρημά σας «Παντομίμα φαντασμάτων», λέτε «Υποθετικά κατακτάς το απόκρυφο. Υποθετικά θεωρείς πως πλησίασες ένα μηδαμινό μέρος της αλήθειας. Κι όποιος λογίζει σιγουριά την υπόθεση, ματαιοπονεί. Μα κι όποιος διατηρεί την αμφιβολία, ας μη θεωρήσει τον εαυτό του νικητή». Μου άρεσε τόσο πολύ που θα ήθελα να  αποσπάσω κι άλλη σκέψη σας για τους καχύποπτους πικρούς «νικητές» της ζωής.
Η κοινωνία μας βρίθει από «νικητές». Με μια σιγουριά καθ΄ όλα ανόητη για ό,τι υποστηρίζουν, πράττουν και λένε. Αλλά όπως γράφω και στο παραμιλητό των σκοτεινών θεών, οι βεβαιότητες είναι βιαιότητες. Όσο για κείνους που θεωρούν νικητή τον εαυτό τους επειδή διατηρούν την αμφιβολία, πέφτουν στην ίδια παγίδα. Αναγορεύονται νικητές, μόνο και μόνο επειδή αμφισβητούν τις δοσμένες αλήθειες ή επειδή αμφιβάλλουν εάν κατέκτησαν ένα μέρος της αλήθειας κι αυτό είναι μια άλλη βεβαιότητα. Με κάποιο τρόπο, δηλαδή, αποτελούν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Είναι σα να κάνεις παρατηρήσεις σε ένα γραμμένο κείμενο, το κείμενο της ζωής όπως την αντιλαμβάνεται η πλειοψηφία των ανθρώπων, κι όχι σ’ ένα κείμενο που γράφεις εξαρχής. Εξάλλου, η έννοια του νικητή, καθώς προϋποθέτει την ύπαρξη ηττημένου, εμπεριέχει την αλαζονεία και την έπαρση που δεν συνάδουν με την αλήθεια.

Τί συγγραφική δουλειά ετοιμάζετε αυτήν την περίοδο;
Είχα ξεκινήσει ένα ιστορικό κοινωνικό μυθιστόρημα από τον περασμένο Μάιο όμως οι υποχρεώσεις που προέκυψαν μετά το «Βραβείο Αναγνωστών» με έβγαλαν από την ατμόσφαιρα μου και πλέον κινούμαι με πολύ αργούς ρυθμούς. Ελπίζω σύντομα να ξαναβρώ τον χρόνο και τον πυρετό με το οποίο συνήθως γράφω. Όπως και να’χει είναι πολύ νωρίς ακόμη και ο δαίμονας της έμπνευσης μπορεί να με ξεστρατίσει σε άλλα μονοπάτια, όπως έγινε και με το Ιμαρέτ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: