Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

ΓΡΑΦΕΙ Η ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ – Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου από την Σοφία Στρέζου


Μακριά από τις ιστορικές περιπλανήσεις των τελευταίων αναγνωσμάτων, ο συγγραφέας μεταφέρει την αφηγηματική του στα νεώτερα χρόνια, από το 1960 μέχρι το 1990. Βέβαια, δεν λείπουν οι αναφορές από τις επιπτώσεις του εμφύλιου σπαραγμού με το πέρασμα των χρόνων στις ζωές των ανθρώπων. Γιατί, το παρελθόν όσο πιο κοντινό είναι, τόσο πιο πολύ σκληραίνει τις ψυχές στις αυλακώσεις της μνήμης.
Αναξυπνάται η αθέατη πλευρά όσων θέλησαν να θαφτούν σε λησμονημένους ή αγνοημένους προορισμούς.
Ο Γιάννης Καλπούζος χρησιμοποιεί τον γενέθλιο τόπο, την Άρτα και την γύρω περιοχή, για να διατρέξει η εξιστόρηση της θεματογραφίας του με ηχητικά κελαρύσματα, από την ντοπιολαλιά της Ηπείρου ως την Αθήνα. Καταγράφεται το κοινωνικό πλαίσιο και η πολιτισμική αισθητική, από τα χωριά και την πόλη με την νοοτροπία της εποχής. Παγιωμένες αντιλήψεις και προκαταλήψεις προσδιορίζονται με αυθεντικότητα στους κανόνες ηθικής των ανθρώπων εκείνης της περιόδου.
Η ιστορική μνήμη ανατροφοδοτείται μέσα από φανερές και αφανέρωτες - κάποιες φορές - βιωματικές του ίδιου του δημιουργού, σαν διατρέχονται οι δεκαετίες στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας.
Ο λόγος του μεστός, βαθιά ανθρώπινος και ειλικρινής, στη ωμή λεκτική περιεκτικότητα. Αναγνωρίζεται η αισθητική ποιητική του προσέγγιση, καθώς αφυπνίζεται στην γραφή και υποδόρια τον διαπερνά.
Άλλωστε, ο τίτλος «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου» είναι επιλογή από την τραγουδισμένη στιχουργική μυθολογία του.
Κι όσο ασφυκτικό μπορεί να είναι ένα κοινωνικό κατεστημένο, τόσο μπορεί να ανθίζει ανεπίγνωτα η αίσθηση της ελευθερίας στις καρδιές αθώων θυμάτων. Αναδεικνύεται ένας υπερβατικός ρεαλισμός, στο αρχιτεκτονικό περιστύλιο του αφηγηματικού οικοδομήματος. Στις προσόψεις λέξεις βγαλμένες από μια άλλη εποχή, με ονόματα και μνήμες συγκροτούν τον τοπιολογικό προσδιορισμό στο χρόνο, που διαδραματίζεται η συγγραφική
μυθοπλασία.

Η σκληρή πραγματικότητα αποτυπώνεται με ευαισθησία και με κρυφό αλλά ρέοντα λυρισμό. Ισορροπεί ανάμεσα στον αιφνιδιασμό του αναγνώστη, από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα μιας πολιτισμικής πραγματικότητας, που η αναγωγή της δεν είναι δα και τόσο μακρινή στις διασταυρώσεις του παρελθόντος.
Τούτο το παρελθόν ανασύρει ο Γιάννης Καλπούζος, μετατρέποντάς το σε αφηγηματική με ιστορικές εκφάνσεις στη δυναμική της μυθιστορηματογραφίας. Ο τρόπος και τα υλικά αξιοποιούνται από τον δημιουργό, για να αναδειχτούν οι πολικές νευρώσεις της περιφέρειας, που αβίαστα απομυθοποιούνται.
Είναι η προσωπική θυμητική αφετηρία στα ακούσματα και στα βιώματα εκείνης της περιόδου. Έτσι, δημιουργεί μια ξέθωρη ελαιογραφία, με θύμησες από τις ρωγμές που άφησαν οι άνθρωποι στο πέρασμά τους. Τα ιστορημένα αινίγματα ταξιδεύουν με τον άνεμο, στα απολιθώματα του χρόνου, τακτοποιημένα σε βασανιστικές σιωπές, για να γεωγραφείται η νοσταλγία στην τοπιογραφία της μνήμης.
Κεντρικό πρόσωπο της μυθοπλασίας είναι ο υπερβατικός χαρακτήρας του  Άνδη. Ο ήρωάς του γίνεται ο διαχειριστής της επιβίωσης και της μετάβασης από ένα αλλοτριωμένο παρών σ’ ένα αναχωρητικό μέλλον. Η ανάβαση δεν είναι εύκολη, αν και ο ίδιος επιλέγει εύκολους τρόπους για να το ανασυγκροτήσει.
Το ανασκευάζει επιλεκτικά, απορρίπτοντας διλήμματα για να μπορεί να προτάσσει το ουτοπικό αίτημα του ανθρώπου, που επιδιώκει την γνώση. Συνομιλεί μαζί της, αξιοποιώντας το πρόσταγμά της.
Ο Άνδης θα συγκρουσθεί, θα ερωτευθεί και θα αγαπήσει βαθιά τη Θάλεια. Μέσα από δυνατά πάθη και παθήματα, θα αποδομήσει την νόθα αστικοποίηση και τους αστούς που την περιβάλλουν.
Με διαρκείς αναστοχασμούς, το αγόρι της επαρχίας εκπολιτίζεται, διατηρώντας αλώβητο τον γνήσιο χαρακτήρα του.
Ιστορικά προσδιορίζεται, μια και η ιστορία έμελλε να είναι το εισιτήριο στις διαδρομές της γνώσης και της διαμόρφωσης του χαρακτήρα του.
Θα καταφέρει να ενταχθεί με ρήξεις και υπερβάσεις, στο αφιλόξενο περιβάλλον της πόλης αποκαλύπτοντας ένα νέο ορίζοντα δράσης.
Γιατί, πάντα υπάρχει μια υπόσχεση πως το ταξίδι είναι πολύ πιο μακρινό από όσο κανείς φαντάζεται.
Ο Άνδης θα διασχίσει όλες τις δραματικές αποστάσεις και τα ερείπια, για να μπορεί να νικά η αγάπη!
Κι όσο αξημέρωτη είναι η νύχτα, άλλο τόσο αξημέρωτη είναι κι η ζωή σε πόνους που ενταφιάστηκαν στο μαξιλάρι της λύπης.
Καμιά αυταπάτη δεν τυλίγει τον Άνδη, σαν η φτώχεια ξυστά περνάει δίπλα του. Παλεύει με πρωτόγονα ένστικτα να επιβιώσει στους αμετάκλητους δρόμους.
Θα καταφέρει να ξεκλειδώσει το χάος, βαφτίζοντας την αγάπη ως το πιο μεγάλο συναίσθημα, πανί ανοιγμένο στης καρδιάς του τις πλεύσεις.

Θα σταθεί απέναντί της ισότιμα, αφήνοντας για πάντα πίσω του πτώσεις στα οροπέδια της λύπης. Με δοσμένες όλες τις απαντήσεις, η αγάπη ξεκινά τις δικές της πτήσεις, «κόντρα στη συναισθηματική πτώση των καιρών μας», όπως λέει ο Γιάννης Καλπούζος.
Πηγή: http://anagnoseispoiiton.blogspot.gr/2014/05/blog-post_13.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: