(Ομιλία
του συγγραφέα Γιάννη Καλπούζου στο πλαίσιο του κύκλου σεμιναρίων πολιτιστικών
θεμάτων "Η πόλη στις τέχνες" και ειδικότερα στην ενότητα
"Λογοτεχνία: έμπνευση-τρόποι γραφής-ανάγνωση κειμένων", που
διοργάνωσε στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων στις 6.2.2014 η Διεύθυνση
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Α΄ Αθήνας)
Σύνολο μεγάλου αριθμού οικημάτων,
εκτεταμένος οικισμός, δίνουν ως ορισμό και ερμηνεία του λήμματος
"πόλη" τα λεξικά. Όμως όταν λέμε "πόλη", αυτό εννοούμε;
Περιοριζόμαστε μόνο στα άψυχα; Σε κτίρια, δρόμους, πλατείες, μαγαζιά κι εν
γένει στο γεωφυσικό τοπίο; Ίσως βεβαίως έτσι συμβαίνει, όταν αναφερόμαστε σε
ξένες πόλεις, σε άγνωστες, σε όποιες δεν ζήσαμε ή δεν επισκεφτήκαμε και δεν
μιλούν στην ψυχή μας. Γιατί η "πόλη" όταν γίνεται "πόλη
μας" αποκτά άλλη διάσταση και υπόσταση. Είναι τα οικήματα, είναι όμως και
οι άνθρωποι, τα βιώματα, η αύρα και το συγκινησιακό φορτίο που μας γεννά κάθε
γωνιά της, οι ατομικές μνήμες και η συλλογική ιστορική μνήμη.
Κάποτε,
όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα, μια φίλη μού έλεγε ότι περπατώντας στην Ιπποκράτους
συγκινείται. Μου το έλεγε κι εγώ απορούσα. Πώς είναι δυνατόν να σου γεννά
συναισθήματα η Ιπποκράτους; Έτσι αναρωτιόμουν και την πείραζα.
Αρκετά
χρόνια αργότερα επιχειρώντας να γράψω ένα αστικό μυθιστόρημα, διαπίστωσα πόσο
δύσκολο ήταν για μένα. Μεγαλώνοντας σε χωριό, η ψυχή μου ποτίστηκε και
ζωγραφίστηκε με τα βιώματα των παιδικών χρόνων. Η πόλη δεν με άγγιζε
συναισθηματικά, με αποτέλεσμα να αδυνατώ να την εντάξω αρμονικά και με ζέση στη
γραφή μου. Έχοντας κατά νου αυτή τη διαπίστωση και ξεκινώντας να γράψω το
"Ιμαρέτ", είχα αρχικά την ιδέα να είναι ένα μυθιστόρημα

